Newsletter Κοινότητα EN | ΕΛ

Main Page Content

Ιστορικό

Οι διαχρονικοί δεσμοί της αστυνομίας με την ακροδεξιά

test

Οι αρχές επέμεναν πάντοτε ότι οι όποιοι δεσμοί της αστυνομίας με την ακροδεξιά αφορούσαν λιγοστές και μεμονωμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, τα καταγεγραμμένα περιστατικά όπου αστυνομικοί συνεργάζονται ανοιχτά ή καλύπτουν ακροδεξιές ομάδες είναι πολλά. Πόσο στενοί είναι στην πραγματικότητα αυτοί οι δεσμοί, τι βάθος έχουν και πόσο επικίνδυνοι παραμένουν σήμερα;

Ελλάδα

Στις αρχές του 2013, η Αναστασία Τσουκαλά, αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris 11 και πρώην σύμβουλος του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, προσκλήθηκε να δώσει μια σειρά διαλέξεων με θέμα τον ρατσισμό και την ξενοφοβία στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, στην Αμυγδαλέζα. Σύμφωνα με την κ. Τσουκαλά, σε μία από τις διαλέξεις, τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, ένας δόκιμος πήρε τον λόγο κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων και δήλωσε ότι διαφωνούσε ριζικά με όλα όσα είχε πει η καθηγήτρια. Δεν δεχόταν, εξήγησε ο δόκιμος, ότι οι μετανάστες ήταν ίσοι με τους Έλληνες. 

Η κ. Τσουκαλά αντέτεινε ότι η αποδοχή της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, με βάση φυλετικά ή εθνοτικά κριτήρια, δεν προσιδιάζει στη δημοκρατία αλλά σε καθεστώτα αυταρχικά και ολοκληρωτικά, φασιστικού τύπου. 

Ο δόκιμος συμφώνησε και είπε: «Μα, είμαστε φασίστες. Και είμαστε περήφανοι που είμαστε φασίστες. Υπάρχει κανένα πρόβλημα;»

Η δήλωσή του, σύμφωνα με την καθηγήτρια, προκάλεσε ενθουσιώδη χειροκροτήματα από τους συμφοιτητές του.

Στη συζήτηση που ακολούθησε, όπως την έχει περιγράψει η κ. Τσουκαλά, διάφοροι δόκιμοι υποστήριξαν πως «είναι απαράδεκτο να ζητά από έναν αστυνομικό να εφαρμόζει νόμους με τους οποίους διαφωνεί», καθώς ο αστυνομικός «έχει κριτικό πνεύμα»· πως «στην Κατεχάκη είναι όλοι τους ανίκανοι, άχρηστοι χαρτογιακάδες, στην υπηρεσία της κάθε κυβέρνησης» και «άσχετοι προς τα επιχειρησιακά ζητήματα που προκύπτουν εν ώρα δράσης»· και πως όταν ένας αστυνομικός «μπαίνει στο περιπολικό ξέρει ότι πάει για πόλεμο, και στον πόλεμο μόνο η σημαία τον εμπνέει».

Η κ. Τσουκαλά ανέφερε όσα είχαν συμβεί στη διοίκηση της σχολής, σημειώνοντας ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης παρευρίσκονταν στην αίθουσα οι εκπαιδευτές των δοκίμων αξιωματικών, οι οποίοι παρέμειναν απολύτως αμέτοχοι.

Το περιστατικό αποκαλύφθηκε περίπου έναν χρόνο αργότερα και προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, καθώς και διαξιφισμούς στη Βουλή. Εκεί, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Βασίλης Κικίλιας, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσε ότι ο διοικητής της σχολής είχε διατάξει ΠΔΕ (Προκαταρκτική Διοικητική Εξέταση) και ότι «το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνοµίας είναι αυστηρά προσηλωµένο στην τήρηση του Συντάγµατος, την προστασία των δηµοκρατικών θεσµών, καθώς και των ατοµικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωµάτων και των ελευθεριών των πολιτών».

Όταν η ΠΔΕ ολοκληρώθηκε, όπως μας πληροφόρησε η ΕΛ.ΑΣ., ο ίδιος ο διοικητής της σχολής την έθεσε στο αρχείο, καθώς «δεν διαπιστώθηκε ευθύνη κανενός Δόκιμου Υπαστυνόμου ή άλλου αστυνομικού». 

Με παρόμοιο τρόπο έχουν αντιμετωπιστεί τόσο από την πολιτική ηγεσία όσο και από την ΕΛ.ΑΣ. τα διάφορα περιστατικά μέσα στα χρόνια που καταδεικνύουν δεσμούς ανάμεσα σε αστυνομικούς και τον ακροδεξιό χώρο. Ακόμη και όταν το πρόβλημα έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στη δημοσιότητα, όπως συνέβη την περίοδο της σύλληψης της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, οι αρχές επέμειναν ότι οι όποιοι δεσμοί αφορούσαν λιγοστές και μεμονωμένες περιπτώσεις.

Ωστόσο, τα καταγεγραμμένα περιστατικά όπου αστυνομικοί συνεργάζονται ανοιχτά ή καλύπτουν ακροδεξιές ομάδες είναι πολλά και έτσι αναπόφευκτα γεννάται το ερώτημα πόσο στενοί είναι αυτοί οι δεσμοί μεταξύ αστυνομίας και ακροδεξιάς, τι βάθος έχουν και πόσο επικίνδυνοι παραμένουν σήμερα. 

Εκλεκτικές συγγένειες

Ο Δημήτρης Κουσουρής, ο οποίος το 1998 είχε χτυπηθεί τόσο βάναυσα από χρυσαυγίτες ώστε λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του, είναι σήμερα επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και συγγραφέας του βιβλίου Δίκες των δοσίλογων, 1944-1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη. Μιλώντας στο Manifold, ο κ. Κουσουρής επισημαίνει ότι «οι εκλεκτικές συγγένειες  των αστυνομικών δυνάμεων στην Ελλάδα με την πολιτικη τρομοκρατία ακροδεξιών ομάδων σημειώνονται κιόλας από την δεκαετία του 1920, περίοδο του Εθνικού Διχασμού, όταν ιδιαίτερα στις περιοχές της Παλαιάς Ελλάδας κατά τόπους αστυνομικοί διευθυντές διευκόλυναν ή κάλυψαν την τρομοκρατική δράση του προωτοφασιστικού κινήματος των Επιστράτων εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων». 

«Οι Σύλλογοι των Επιστράτων» λέει ο κ. Κουσουρής «ενσωματώθηκαν μετά το 1920 εν πολλοίς στους μηχανισμούς του Λαϊκού Κόμματος και λειτούργησαν ως όχημα για την ενσωμάτωση του δυναμικού αυτού στις ένοπλες δυνάμεις και σε κρατικούς ή ανεπίσημους μηχανισμούς καταστολής, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ενάντια στον εσωτερικό εχθρό, τους κομμουνιστές και το εργατικό κίνημα, ή εθνοθρησκευτικές μειονότητες και ιδιαίτερα τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης». 

Η περίοδος του Μεσοπολέμου είναι διάσπαρτη με περιστατικά συγκάλυψης ή ασυλίας της τρομοκρατιας εργοδοτικών και ακροδεξιών μπράβων ενάντια σε απεργούς και συνδικαλιστές. Εμβληματική παραμένει επίσης, επισημαίνει ο κ. Κουσουρής, «η εσκεμμένη αδράνεια της αστυνομίας κατά την προετοιμασία και πραγματοποίηση του αντιεβραϊκού πογκρόμ και του εμπρησμού της συνοικίας Κάμπελ τον Ιούνιο του 1931», καθώς και «η ανοιχτή εύνοια των δημοτικών και αστυνομικών Αρχών της Θεσσαλονίκης κατά την πρώτη περίοδο της δράσης της Τρία ‘Εψιλον, της μοναδικής καθαρόαιμης και σχετικά μαζικής φασιστικής οργάνωσης του Μεσοπολέμου». 

«Η Τρία Έψιλον διαλύθηκε» προσθέτει «μαζί με τα υπόλοιπα κόμματα και οργανώσεις, από τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, όμως στελέχη και μέλη της απορροφήθηκαν στους μηχανισμούς του καθεστώτος». 

«Μετα την Κατοχή» συνεχίζει ο κ. Κουσουρής «η ενότητα των κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών καταστολής ενάντια στον ‘κομμουνιστικό κίνδυνο’ εγκαινίασαν μια περίοδο ενσωμάτωσης φασιστών και νεοφασιστών κάθε λογής στον κρατικό μηχανισμό, στη βάση της  ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης και της συμπληρωματικής δράσης αστυνομίας και παραστρατιωτικών συμμοριών της εγχώριας ακροδεξιάς. Τους ΜΑΥδες και τα ΤΕΑ της περιόδου του Εμφυλίου, που αποτέλεσαν μηχανισμούς ενσωμάτωσης φασιστών και πρώην δωσιλόγων στο μεταπολεμικό καθεστώς, τους ακολούθησε μια σειρά κατά τόπους ενώσεων θυμάτων ή συγγενών των σφαγιασθέντων υπό των σλαβοκομμουνιστών, οι οποίοι αναλάμβαναν την βρώμικη δουλειά της παρακολούθησης και τρομοκράτησης του εσωτερικού εχθρού εκεί που δεν έφταναν ο βραχίονας και τα μάτια των επίσημων κατασταλτικών μηχανισμών. Κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αυτές οι ενώσεις αποτέλεσαν ταυτόχρονα δεξαμενή στρατολόγησης και ενσωμάτωσης του εγχώριου νεοφασισμού στα υπό διαμόρφωση νατοϊκά μυστικά δίκτυα stay-behind, επιφορτισμένα με την αποτροπή πιθανής κατάληψης της εξουσίας από τους κομμουνιστές. Η ανοχή της αστυνομίας στους παρακρατικούς που δολοφόνησαν το Γρ. Λαμπράκη, η σύμπραξη αστυνομίας και ακροδεξιών στις κινητοποιήσεις της περιόδου 1963-1967 και η συμμετοχή της αστυνομίας στις κραυγαλέες απόπειρες συγκάλυψης τόσο της δολοφονίας Λαμπράκη όσο και αυτής του Σωτήρη Πέτρουλα δύο χρόνια αργότερα αποτελούν τις πιο εμβληματικές περιπτώσεις συμπόρευσης και συνενοχής της ελληνικής αστυνομίας με την ακροδεξιά τρομοκρατία σε μια περίοδο που ολοκληρώθηκε με την απέκδυση του κοινοβουλευτικού μανδύα του μετεμφυλιακού καθεστώτος με την κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών».

Τέλος, το 1975, ο χαρακτηρισμός της δικτατορίας ως «στιγμιαίου αδικήματος» ακύρωσε από αρκετά νωρίς, σύμφωνα με τον κ. Κουσουρή, τις προοπτικές δραστικής αποχουντοποίησης του κρατικού μηχανισμού και «ακολουθήθηκε από ένα νέο κύμα ακροδεξιάς τρομοκρατίας, η οποία αντιμετωπίστηκε και πάλι με το γάντι από τις κρατικές αρχές, εξασφαλίζοντας την ασυλία στις ακροδεξιές εφεδρείες που επρόκειτο να ανασυρθούν από την αφάνεια λίγα χρόνια αργότερα». 

Δεν φτάσαμε εδώ. Ξαναερχόμαστε εδώ.

Στη μεταπολίτευση υπήρξαν διάφορες απόπειρες να αλλάξει η κατάσταση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, Δημήτρης Χριστόπουλος, στο βιβλίο που έχει επιμεληθεί, με τίτλο Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά: Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία, «οι δυνάμεις της αδράνειας ήταν ισχυρές. […] Μια σύντομη επισκόπηση του ιστορικού βάθους των σχέσεων των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας με την ακροδεξιά» γράφει «δείχνει ότι δεν φτάσαμε εδώ. Ξαναερχόμαστε εδώ».1

«Η σχέση παρακράτους – αστυνομίας» συνεχίζει «αποκτά διαστάσεις λειτουργίας οργανωμένης επιχείρησης, με πολιτικούς και πολιτειακούς στόχους. Σε κάθε πόλη λειτουργούσαν ομάδες κρούσεις, στελεχωμένες κυρίως από ομάδες του υποκόσμου με ρόλο προβοκάτορα. Οι ομάδες αυτές έπαιρναν εντολές από την αστυνομία, ενώ ενίοτε διεκδικούσαν και επιτύγχαναν και έναν βαθμό ανεξαρτησίας από αυτήν». Έτσι λοιπόν, «η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν αποτελεί σημείο τομής για την ηγεμονία των μηχανισμών αυτών, αλλά σημείο αποκορύφωσης».

«Η απομάκρυνση των – ανώτερων κυρίως – στελεχών των σωμάτων ασφαλείας που είχαν προνομιακούς δεσμούς με το απριλιανό καθεστώς, διαδικασία που έμεινε γνωστή ως “κάθαρση” ή “αποχουντοποίηση”. Η “κάθαρση” περιορίστηκε σε λίγες παραπομπές των πλέον κραυγαλέων περιπτώσεων αστυνομικών που ενεπλάκησαν στον πυρήνα της εξουσίας της δικτατορίας, και ειδικότερα εκείνων που καταγγέλθηκαν ως βασανιστές. Η μεγάλη μάζα των αστυνομικών δυνάμεων δεν μπορούσε παρά να μείνει άθικτη. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 έφερε μεγάλες τομές στο αστυνομικό σύστημα και ουσιαστικά αποτελεί μια δεύτερη φάση κάθαρσης». 

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος μίλησε στο Manifold για τις σχέσεις αστυνομίας και ακροδεξιάς. Όπως σημειώνει, «η ΕΛΑΣ ως σώμα της εκτελεστικής εξουσίας είναι το πιο εκτεθειμένο στη διάβρωση από στοιχεία της άκρας δεξιάς. Αυτό συμβαίνει λόγω του job description της και λόγω της ιδιαίτερης ιστορίας της στην Ελλάδα. Με αυτή την ιστορία θα ήταν παράλογο να περιμέναμε ότι η Μεταπολίτευση θα εκκαθαριζε άμεσα και αδιαμεσολάβητα την ΕΛΑΣ. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι τα “ακροδεξιά σταγονίδια”, κατά την έκφραση του Αβέρωφ, να μπουν σε μια διαδικασία κάθαρσης. Κατά τη δική μου εκτίμηση, φτάνουμε στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 για να μιλήσουμε για πρώτη φορά για έναν πλήρη έλεγχο. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι μέσα στο εσωτερικό της ΕΛΑΣ – όπως και παντού – υπάρχουν θύλακες ακραίου δεξιού εξτρεμισμού έως και ακτιβισμού. Σε δεδομένες στιγμές αυτοί οι θύλακες μαζεύονται κι όταν βλέπουν ότι μπορούν να εκφράσουν τις θέσεις τους με επιχειρησιακό τρόπο, το κάνουν δοκιμάζοντας τις αντοχές του πολιτεύματος». 

Εσωτερικό σαμποτάζ

Περιγράφοντας την επίθεση που δέχτηκε από χρυσαυγίτες τον Ιούνιο του 1998, ο Δημήτρης Κουσουρής κάνει λόγο για σημαντικές παραλείψεις της αστυνομίας: «Η υπόθεση του δολοφονικού χτυπήματος εναντίον μου, του Γ. Καραμπατσώλη και του Η. Φωτιάδη, βρίθει διακριτικών και μη παραλείψεων της αστυνομίας». 

«Το ίδιο το χτύπημα» μας είπε ο κ. Κουσουρής «έλαβε χώρα απέναντι από την είσοδο των δικαστηρίων της Ευελπίδων, λίγα μόνο λεπτά την αποχώρηση της τελευταίας διμοιρίας των ΜΑΤ που στάθμευε εκεί και αφού είχαν ‘συνοδεύσει’ το τάγμα των χρυσαυγιτών στο παρακείμενο παρκάκι όπου και εξοπλίστηκαν, μεταξύ άλλων, με ξύλα που απέσπασαν από τους ξύλινους φράχτες. Ο εκτός υπηρεσίας αστυνομικός και σύζυγος της ιδιοκτήτριας της καφετέριας όπου έγινε η επίθεση, ο οποίος ήταν παρών την ώρα της επίθεσης, ούτε παρενέβη ούτε προσήλθε οικειοθελώς να καταθέσει. Στη συνέχεια, το ΑΤ Κυψέλης στου οποίου τη δικαιοδοσία υπαγόταν ο τόπος της επίθεσης, δεν κατέγραψε καν το γεγονός στο βιβλίο συμβάντων». 

«Οι επιλογές αυτές» προσθέτει ο κ. Κουσουρής «ήταν αν μη τι άλλο σύστοιχες με τη γραμμή υποβάθμισης ή αναγωγής του περιστατικού σε ‘σύγκρουση ακροκινούμενων ομάδων’ κατά τη διατύπωση του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γιώργου Ρωμαίου».

Ο Δημήτρης Κουσουρής, φοιτητής της Φιλοσοφικής τότε, είχε νοσηλευτεί στην εντατική με κατάγματα στο κρανίο. Την ίδια στιγμή, εξαιτίας της ελλιπούς συγκέντρωσης στοιχείων για την ταυτότητα των δραστών, ασκήθηκε δίωξη εναντίον μόνο ενός υπόπτου, του Αντώνη Ανδρουτσόπουλου, γνωστού και ως «Περίανδρου», υπαρχηγού της Χρυσής Αυγής. Σύμφωνα με τον κ. Κουσουρή, «ξεκίνησε τότε μια περίοδος μακράς φυγοδικίας και αλλεπάλληλων παλινωδιών της αστυνομίας και της πολιτικής τους ηγεσίας». 

«Την ίδια περίοδο που τα ΜΑΤ πραγματοποιούσαν ανοιχτά κοινές επιχειρήσεις στο κέντρο της Αθήνας ενάντια σε αντιφασίστες διαδηλωτές» λέει ο κ. Κουσουρής αναφερόμενος στην περίοδο του 2004, «ο Χρυσοχοΐδης ως Υπουργός Δημόσιας Τάξης δήλωνε πως η σύλληψη του μοναδικού διωκόμενου για την επίθεση ήταν ‘θέμα τιμής’, διαρρέοντας ταυτόχρονα πληροφορίες στον Τύπο πως αυτό δεν συνέβαινε γιατί εμποδίζονταν από ισχυρούς θύλακες στο εσωτερικό της ΕΛΑΣ που παρείχαν κάλυψη και καταφύγιο στο φυγόδικο». 

Πράγματι, σε απόρρητα δελτία που διαβιβάστηκαν από την Ασφάλεια τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο του 1999 αντίστοιχα στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης για προσωπική ενημέρωση του τότε υπουργού Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, αναφέρεται ότι η ΕΛ.ΑΣ. απέτυχε να συλλάβει τον Ανδρουτσόπουλο γιατί οι ενέργειες της ειδικής ομάδας που είχε συσταθεί σαμποταρίστηκαν εσωτερικά. Το απόσπασμα από το «άκρως απόρρητο» έγγραφο της ειδικής ομάδας της ΕΛ.ΑΣ. με «πληροφορίες» για τη δράση της «Χρυσής Αυγής» και «ενέργειες για τη σύλληψη του Ανδρουτσόπουλου Αντωνίου» είχαν δημοσιεύσει τα Νέα το 2004.2

Στο έγγραφο μεταξύ άλλων αναφερόταν πως «Η οργάνωση (σ.σ.: η Χρυσή Αυγή) διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία αξιωματικούς και μόνιμους υπαξ/κούς του στρατού, αλλά και με αποστράτους», πως «διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία και αποστράτους αξ/κούς της ΕΛ.ΑΣ., αλλά και με απλούς αστυνομικούς».

Επίσης, πως «στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια των επετείων της 17ης Νοέμβρη, αλλά και άλλων εκδηλώσεων του αριστερίστικου και αναρχικού χώρου, η αστυνομία τούς προμήθευε με ασυρμάτους και κλομπς, για να τους εντοπίζουν και να τους κτυπούν, εμφανιζόμενοι ως “αγανακτισμένοι” πολίτες». Και τέλος, πως «τα περισσότερα μέλη της Χρυσής Αυγής οπλοφορούν παράνομα, προμηθευόμενα όπλα από βουλευτές (της ΝΔ) παρουσιαζόμενοι ως συνοδοί τους».

Πέρα από τα όπλα, δύο πρώην στελέχη της Χρυσής Αυγής είχαν «δείξει» σε συνεντεύξεις τους τη Νέα Δημοκρατία ως το κόμμα που τύπωνε τα φυλλάδια της οργάνωσης. Το 2004, ο πρώην υπαρχηγός της οργάνωσης, Χάρης Κουσουμβρής, δήλωσε στα Νέα «ως ταμίας της Χρυσής Αυγής, είχα τη δυνατότητα να γνωρίζω ότι στο ταμείο δεν είχαμε ποτέ περισσότερα από 300-400 ευρώ. Με τα χρήματα αυτά δεν συντηρείται μια οργάνωση». Και συνέχισε: «Ξέρω όμως ότι το προεκλογικό μας υλικό για τις ευρωεκλογές είχε έρθει με δελτίο αποστολής από τα γραφεία μεγάλου κόμματος. Στη ‘Χρυσή Αυγή’ μας εκμεταλλεύτηκαν. Υπάρχουμε για να εξυπηρετούμε σκοπιμότητες». 

Πιο συγκεκριμένος ήταν ο επίσης πρώην υπαρχηγός της ακροδεξιάς οργάνωσης, Δημήτρης Ζαφειρόπουλος, ο οποίος έβγαζε την εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος. Το 2012 έγραφε: «Εξάλλου, σε αντίθεση με τους μηχανισμούς του ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ δεν είναι άξια για περίπλοκες διαδρομές. Το πολύ-πολύ να τυπώσει κανένα ακροδεξιά φυλλάδιο όταν το ΛΑΟΣ χρειαζόταν πλευροσκόπηση εκ των δεξιών του».

Ο Αντώνης Ανδρουτσόπουλος εν τέλει παραδόθηκε το 2005. «Η αποφασιστική συνδρομή της ΕΛ.ΑΣ. στην καταδίκη των ενόχων» λέει ο κ. Κουσουρής «σφραγίστηκε στις συνεδριάσεις εκδίκασης της απόφασης, σε πρώτο βαθμό, όταν οι δυνάμεις της αστυνομίας φρόντιζαν η αίθουσα να γεμίζει από νωρίς με υποστηρικτές του κατηγορούμενου, αφήνοντας όρθιους ή εκτός της αίθουσας τους συγγενείς και φίλους των θυμάτων, με αποκορύφωμα την παροιμιώδη αδράνεια με την οποία παρακολούθησαν τον προπηλακισμό δικηγόρων και δικαστηρίου κατά την ανακοίνωση της πρωτόδικης απόφασης». 

Ο «Περίανδρος» καταδικάστηκε σε 21 χρόνια κάθειρξη, ποινή που μειώθηκε σε 12 χρόνια στον δεύτερο βαθμό. Έμεινε τέσσερα χρόνια στη φυλακή. Σήμερα, εξακολουθεί να κινείται στον ακροδεξιό χώρο, ασκώντας κριτική στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής.

Η ακροδεξιά ανενόχλητη

Στις 2 Φεβρουαρίου του 2008 η Χρυσή Αυγή είχε προγραμματίσει βραδινή συγκέντρωση στην Πλατεία Κολοκοτρώνη και πορεία στο κέντρο της Αθήνας, με αφορμή την επέτειο των Ιμίων. Τελικά η συγκέντρωση δεν έγινε καθώς το κέντρο της Αθήνας μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Μερικές εκατοντάδες αντιφασίστες και αντιφασίστριες επιχείρησαν να προσεγγίσουν την πλατεία αλλά αναχαιτίστηκαν από τα ΜΑΤ σε συνεργασία με τα μέλη της ΧΑ.

Σ’ αυτή την πορεία, τρεις αντιφασίστες τραυματίστηκαν σοβαρά — οι δυο με μαχαιριές. Αργότερα κατήγγειλαν πως δέχθηκαν επιθέσεις με δακρυγόνα και τέιζερ, εξοπλισμό που χρησιμοποιεί μόνο η Αστυνομία. Οι δράστες, αν και έδρασαν σε απόσταση αναπνοής από την Αστυνομία, δεν συνελήφθησαν.

Σύμφωνα με τα Νέα, αστυνομικοί που συμμετείχαν στη διμοιρία των ΜΑΤ που βρισκόταν μπροστά από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, ρώτησαν παλαιότερους συναδέλφους τους για ποιο λόγο δεν απομόνωσαν τους περίπου 80 συγκεντρωμένους χρυσαυγίτες που βρίσκονταν εκεί. Η αφοπλιστική απάντηση που έλαβαν ήταν: «Αφήστε τους χρυσαυγίτες να χτυπήσουν τους αναρχικούς. Δικά μας παιδιά είναι».

Την περίοδο 2010-2011 τα ρατσιστικά εγκλήματα πολλαπλασιάστηκαν. Στην πρώτη του έκθεση, για το χρονικό διάστημα 1.10.2011-31.12.2011, το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας κατέγραψε  63 περιστατικά ρατσιστικής βίας. Πολλά απ’ αυτά έπεσαν πάνω στην «απροθυμία» των αστυνομικών αρχών. Στην έκθεση της HumanRights360 με τίτλο «Η Ελληνική Αστυνομία και το ρατσιστικό έγκλημα μέσα από τη δικογραφία της Χρυσής Αυγής» σημειώνεται πως «σε 22 περιπτώσεις θύματα ρατσιστικών επιθέσεων ανέφεραν ότι επιχείρησαν να καταγγείλουν τα περιστατικά στην αστυνομία αλλά αντιμετώπισαν την απροθυμία ή αποθάρρυνση και σε ορισμένες περιπτώσεις την άρνηση στην πράξη των αστυνομικών αρχών να ανταποκριθούν».

Ένα από τα περιστατικά που εξετάζεται στην έκθεση έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2010 στην πλατεία Αττικής: Στις 30 Οκτωβρίου 2010, ομάδα άγνωστων δραστών επιτέθηκε σε μουσουλμανικό χώρο προσευχής (άτυπο τζαμί) που βρίσκεται στην οδό Αριστομένους στην Πλατεία Αττικής. Στον εσωτερικό χώρο βρίσκονταν περίπου 40 υπήκοοι Μπαγκλαντές. Οι δράστες ασφάλισαν την πόρτα αποκλείοντας κάθε δυνατότητα εξόδου, έσπασαν το τζάμι και έριξαν στον εσωτερικό χώρο αναμμένα πανιά και σκουπίδια, βρεγμένα με πετρέλαιο, επιχειρώντας να βάλουν φωτιά που θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή των εγκλωβισμένων. Τα θύματα της επίθεσης κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά με μάνικα. 

Στο σημείο προσήλθαν η αστυνομία και η Πυροσβεστική, εν όσω το πλήθος των δραστών εξακολουθούσε να είναι συγκεντρωμένο. Τελικά τα θύματα απεγκλωβίστηκαν από τον χώρο, παρουσία αστυνομίας. Τα θύματα αναγνώρισαν στο πλήθος των δραστών κατοίκους από την γύρω περιοχή. Συλλήψεις δεν πραγματοποιήθηκαν. Δημοσιογράφοι που προσήλθαν την επόμενη ημέρα στο σημείο φωτογράφισαν την καμμένη είσοδο η οποία είχε καλυφθεί από αυτοκόλλητα της παράταξης «Ελληνική Αυγή» με το σύνθημα «Τζαμιά Ποτέ και Πουθενά» και τη φωτογραφία του Ν. Μιχαλολιάκου, αρχηγού της Χρυσής Αυγής και υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων στις δημοτικές εκλογές του επόμενου μήνα. Οι φυσικοί αυτουργοί του εμπρησμού δεν τιμωρήθηκαν.

Στις 12 Μαϊου 2011, στο κέντρο της Αθήνας πραγματοποιήθηκε πορεία μελών και υποστηρικτών της Χρυσής Αυγής. Κατευθύνθηκαν προς το Δημαρχείο της Αθήνας και έκαναν πογκρόμ κατά τυχαίων περαστικών, με μόνο κριτήριο το χρώμα του δέρματος. Σε βίντεο αποτυπώθηκε μια ομάδα ατόμων να κυνηγάει έναν αλλοδαπό, με τον έναν εκ των δραστών να κρατάει μαχαίρι ή κατσαβίδι και το πρόσωπό του να φαίνεται ευδιάκριτα. 

Τα θύματα ήταν δεκάδες, στην πλειοψηφία τους μαχαιρωμένα και χτυπημένα στο κεφάλι.
Το προηγούμενο βράδυ είχε δολοφονηθεί από άγνωστους δράστες ένας 21χρονος από το Μπαγκλαντές. Όπως δήλωσε αυτόπτης μάρτυρας σε δημοσιογράφο, οι δράστες φώναζαν: “Όσους βρούμε σήμερα, θα σας σφάξουμε”. Η δολοφονία παρέμεινε ανεξιχνίαστη, ενώ σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, προσήχθησαν 47 άτομα και συνελήφθη ένας 1 αλλοδαπός για σωματική βλάβη και φθορές.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης της HumanRights360, «η πλήρης ατιμωρησία των φυσικών αυτουργών του ρατσιστικού πογκρόμ της 12/5/2011, όπως εκφράστηκε από την αδράνεια των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών, λειτούργησε πολλαπλασιαστικά στη διάχυση της ρατσιστικής βίας».

Το 2012, σε περιστατικό που σημειώθηκε τις πρώτες ώρες της 25ης Σεπτεμβρίου, μέλη ακροδεξιών οργανώσεων διέπραξαν βανδαλισμό στα γραφεία της κοινότητας της Τανζανίας, που βρίσκονται στην Κυψέλη, καθώς και βανδαλισμό σε κατάστημα της περιοχής, που ανήκει σε υπήκοο άλλης χώρας. 

Η Ιωάννα Κούρτοβικ, δικηγόρος που εκπροσωπεί την κοινότητα και τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία πως όταν τα θύματα πήγαν στο αστυνομικό τμήμα του Αγίου Παντελεήμονα για να υποβάλουν τις καταγγελίες τους, και έπειτα από την αναγνώριση κάποιων εκ των δραστών, η αστυνομία συνέλαβε τον ιδιοκτήτη του καταστήματος για ψευδείς κατηγορίες ενάντια στο άτομο που αναγνώρισε, ενώ ύστερα από απειλές για αγωγές εναντίον του, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος απέσυρε τις κατηγορίες. Εν τέλει, στην πορεία της δικογραφίας διαπιστώθηκε μόνο το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, ενώ οι μάρτυρες ουδέποτε κλήθηκαν σε ποινικό ακροατήριο.

Στις 30/9/12 είχε προγραμματιστεί αντιφασιστική μοτοπορεία ως απάντηση στη φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής. Ξεκίνησε από τα Εξάρχεια, για να κινηθεί στις γειτονιές του Αγίου Παντελεήμονα και της πλατείας Αμερικής.

Στην πλατεία Αμερικής δέχεται επίθεση από άνδρες της ομάδας ΔΕΛΤΑ. Όπως αναφέρουν οι καταγγέλοντες, «έχουν πιάσει έναν από εμάς, τον έχουν πετάξει κάτω, του τραβάνε το κράνος κι αρχίζουν να τον χτυπούν στο κεφάλι. Οταν με μετέφεραν, ο Δελτάς με είχε πιάσει από τον λαιμό και φώναζε ”τώρα είσαι δικός μου”. Με έβγαζαν φωτογραφίες. Μας πάταγαν στα γόνατα για να σκύψουμε και μας φώναζαν ”άνοιξε τα πόδια όπως η μάνα σου”. Ένα ανελέητο κυνηγητό σε όλο το κέντρο της Αθήνας, με άγριο ξύλο, με χτυπήματα στους αγκώνες και τα γόνατα για να σου σπάσουν τα άκρα, με ηλεκτρικές εκκενώσεις σε όλο σου το σώμα. Μας χτυπάνε ενώ φοράμε χειροπέδες (…) Μας οδηγούν στη ΓΑΔΑ στον 6ο όροφο, στο Τμήμα Προστασίας του Πολιτεύματος. Μας βάζουν σε έναν διάδρομο αντικριστά, δεκατρείς άντρες και δύο κοπέλες. Ερχονται οι ομάδες Δέλτα να δώσουν κατάθεση. Μας βρίζουν, μας λένε ”αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα σας είχαμε καθαρίσει απόψε, θα πάθετε ό,τι πάθανε οι παππούδες σας στον Γράμμο και το Βίτσι”. Πολλοί από εμάς είναι χτυπημένοι, τρέχουν τα αίματα. Zητάμε τουαλέτα και μας πηγαίνουν μετά από ώρες, μας βάζουν τρικλοποδιές (…) Μας φτύνουν, πλησιάζουν στα πρόσωπά μας αναπτήρες κι απειλούν να μας κάψουν. Λένε στα κορίτσια ”συντρόφισσα, είσαι εδώ τώρα κι ο σύντροφός σου γαμάει αλλού”. Κοπανάνε τις πόρτες. Ολο αυτό κράτησε μέχρι το ξημέρωμα». «Οι αστυνομικοί μάς δήλωναν ανοιχτά ότι είναι χρυσαυγίτες και ότι θα φωνάξουν τα αδέρφια τους. Ηταν απροκάλυπτοι».

Οκτώβριος του 2012 και στο θέατρο «Χυτήριο» στην Ιερά Οδό ανεβαίνει η παράσταση “Corpus Christi”. Έξω από το θέατρο επικρατεί ένταση καθώς μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων, αλλά και της Χρυσής Αυγής, πραγματοποιούν συγκέντρωση διαμαρτυρίας, ζητώντας να κατέβει η παράσταση.

Τα ΜΑΤ είχαν απομακρύνει τους συγκεντρωμένους κάνοντας χρήση χημικών. Ωστόσο, αυτοί κατάφεραν να επιστρέψουν, να σπάσουν την αλυσίδα που είχαν σχηματίσει οι αστυνομικοί, να σκίσουν αφίσες της παράστασης και να πετάξουν γιαούρτια στην είσοδο του θεάτρου. Η αστυνομία προχώρησε σε προσαγωγές.

Ο τότε βουλευτής της Χρυσής Αυγής, Χρήστος Παππάς, όρμησε σε αστυνομική κλούβα και απελευθέρωσε προσαχθέντα ενώ οι αστυνομικοί κοιτούσαν.

Νοέμβριος 2012 και στο Ηράκλειο Κρήτης έκανε εκδήλωση η Χρυσής Αυγή παρουσία τεσσάρων βουλευτών της οργάνωσης. Μέλη αριστερών οργανώσεων και αντιεξουσιαστές πραγματοποίησαν αντισυγκέντρωση στην ίδια περιοχή. Κατά τη διάρκεια της έντασης που προκλήθηκε, ο Ηλίας Κασιδιάρης, συνοδευόμενος από 60-70 μέλη της ΧΑ, επιτέθηκε φραστικά και εξύβρισε τους επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης που βρίσκονταν στον χώρο, για να προφυλάξουν την εκδήλωση, κατηγορώντας τους ότι δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, εφόσον επέτρεπαν να πραγματοποιηθεί και η αντισυγκέντρωση. Ταυτόχρονα απαίτησε από την αστυνομία να επιτρέψει στα μέλη της Χρυσής Αυγής να κινηθούν κατά των διαδηλωτών.

Στους επικεφαλής της ΕΛ.ΑΣ. έλεγε: «Θα τους γαμήσω το βράδυ. Θα έχεις εδώ πέρα νεκρούς, θα έχεις εδώ πέρα νεκρούς, σου δίνω το λόγο μου θα έχεις».

Αστυνομικοί και χρυσαυγίτες

Το 1998, η Μαρία Λεπενιώτου ήταν η ανακρίτρια που είχε πάρει την πρώτη κατάθεση από τον Δημήτρη Κουσουρή. Εικοσιτρία χρόνια μετά, ήταν η πρόεδρος στη δίκη της Χρυσής Αυγής, η οποία εκφώνησε την ιστορική απόφαση που χαρακτήριζε το νεοναζιστικό κόμμα ως εγκληματική οργάνωση. Στη δίκη επιβεβαιώθηκε, όμως, και ότι οι σχέσεις της ΕΛ.ΑΣ. με την ακροδεξιά δεν έχουν αλλάξει και τόσο από την εποχή του «εσωτερικού σαμποτάζ». 

«Η στάση των μελών της ΕΛ.ΑΣ. απέναντι στην Χρυσή Αυγή, στους βουλευτές της και στα μέλη των ταγμάτων εφόδου ήταν ένα θέμα το οποίο απασχόλησε εμμέσως το δικαστήριο μέσα από πολλές και διαφορετικές δικογραφίες» είπε στο Manifold η Χρύσα Παπαδοπούλου, συνήγορος Πολιτικής Αγωγής της οικογένειας Φύσσα. «Το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι υπήρχε στην καλύτερη περίπτωση ανοχή εκ μέρους των αστυνομικών όχι μόνο στη δράση των βουλευτών της  Χρυσής Αυγής αλλά και στην βίαιη δράση των μελών των ταγμάτων εφόδου πριν, κατά τη διάρκεια και κατόπιν των επιθέσεων τους».

Επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του αστυνομικού Ν. Ντάφου στις ειδικές εφέτες-ανακρίτριες που επανέλαβε και στο Δικαστήριο. Αναφέρει «…η απάντηση του προσαχθέντος, δηλαδή του Ρουπακιά, ήταν “ναι εγώ τον μαχαίρωσα, γιατί τα άτομα αυτά επιτέθηκαν σε κάποιον δικό μας πριν από κάποια ώρα εντός του καταστήματος Κοράλλι. Είμαι δικός σας αλλά μην το πείτε πουθενά”, (…) ότι είναι άτομο μέλος της Χ.Α. και μας παρακάλεσε να μην το πούμε πουθενά…»

(…)

…τη στάση της αστυνομίας, που άφησε το κινητό τηλέφωνο στον Γ. Ρουπακιά στο αστυνομικό τμήμα, ο οποίος μίλησε με συγκατηγορούμενούς του και προφανώς πήρε οδηγίες για το ποια στάση έπρεπε να τηρήσει κ.λπ.

(…)

ο Ρουπακιάς τηλεφωνεί 6 φορές στον Πατέλη μέσα από το Αστυνομικό Τμήμα, ζητώντας του υποτίθεται βοήθεια και δικηγόρο. 

(…)

Λέει ο Ρουπακιάς: «…Γιώργο (σ.σ. Πατέλη) του λέω, έχω τραυματίσει έναν άνθρωπο, έχω μαχαιρώσει έναν άνθρωπο, είμαι στο Α.Τ. Κερατσινίου, μπορείς να μου βρεις δικηγόρο;…». Μου λέει “δεν τρέχει τίποτα εξακρίβωση θα σου κάνουν”. Δεν κατάλαβες του λέω, έχω μαχαιρώσει έναν άνθρωπο, μου λέει “τι λες ρε; Κλείσε και θα σε ξαναπάρω”…».

[Αποσπάσματα από την αγόρευση του Θεόδωρου Θεοδωρόπουλου, Συνηγόρου Πολιτικής Αγωγής των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ στη Δίκη της Χρυσής Αυγής]

Όπως τονίζει η Χρ. Παπαδοπούλου, συγκεκριμένα στην περίπτωση του Παύλου Φύσσα είναι πέρα από προφανείς οι ευθύνες των οκτώ αστυνομικών της ομάδας ΔΙ.ΑΣ, οι οποίοι δεν απέτρεψαν την δολοφονία, αν και μπορούσαν.

Παράλληλα σημειώνει πως «δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τουλάχιστον ένας από τους οκτώ αστυνομικούς ακολούθησε τους επιτιθέμενους χρυσαυγίτες και ήταν παρών όταν υπέδειξε ο ίδιος ο Παύλος τον Ρουπακιά ως τον δολοφόνο του». «Αν ο συγκεκριμένος αστυνομικός» λέει η δικηγόρος, «είχε παραμείνει πίσω, όπως η πλειοψηφία των συναδέλφων του, θα ήταν βέβαιο ότι ο δολοφόνος θα είχε διαφύγει και σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν από την επιτόπια σύλληψή του θα μπορούσαν να είχαν εξαφανιστεί. Χωρίς επιτόπια σύλληψη θα είχε πολύ περισσότερο χρόνο ο Γιώργος Ρουπακιάς, αν ποτέ ανακαλύπτονταν, να καλύψει τα ίχνη τα δικά του, των συνεργών του και της ίδιας της Χρυσής Αυγής». 

«Η αδράνεια όμως που επέδειξαν συνολικά σαν ομάδα οι αστυνομικοί εκείνο το βράδυ» συνεχίζει η κ. Παπαδοπούλου «καθώς δεν κατάφεραν να συλλάβουν κάποιον άλλον από τους 20-30 επιτιθέμενους πλην του Ρουπακιά, αντανακλούσε την πεποίθηση που είχαν, δικαιολογημένα εν μέρει, οι χρυσαυγίτες ότι οι αστυνομικοί είναι με το μέρος τους, είναι δικοί τους. ‘Είμαι δικός σας, είμαι της Χρυσής Αυγής. Μην το πείτε σε κανέναν’ είπε ο Γιώργος Ρουπακιάς στου αστυνομικούς του πληρώματος της Άμεσης Δράσης που τον χειροπέδησαν και τον μετέφεραν στο ΑΤ Κερατσινίου. Βέβαια, οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί δεν ήταν και για αυτό το λόγο κατέθεσαν την αλήθεια στο δικαστήριο».

Η Χρύσα Παπαδοπούλου σημειώνει ακόμη πως «ο Ρουπακιάς κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς χειροπέδες στο αστυνομικό τμήμα ενώ έπιασε και ψιλή κουβέντα με τους φίλους του Παύλου που είχαν προσαχθεί στο τμήμα, χωρίς να γνωρίζουν οι ίδιοι με ποιον μιλούσαν». 

«Στην υπόθεση των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ» προσθέτει «η ομάδα ΔΙ.ΑΣ. ήταν επίσης σε πολύ κοντινή απόσταση στο σημείο της επίθεσης και δεν επενέβη για να την αποτρέψει. Στην υπόθεση των Αιγύπτιων ψαράδων οι αστυνομικοί του τμήματος επέτρεψαν στον κατηγορούμενο Αναστάσιο Πανταζή να αλλάξει την μαύρη μπλούζα της Χρυσής Αυγής που φορούσε κατά τη διάρκεια της επίθεσης και να εμφανιστεί με ένα λευκό πουκάμισο για να φωτογραφηθεί από την Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, τη στιγμή που οι παθόντες είχαν ήδη καταθέσει για επιτιθέμενους με μαύρα μπλουζάκια της Χρυσής Αυγής».

Πέρα όμως από την  ανοχή και την προσπάθεια συγκάλυψης της δράσης των χρυσαυγιτών, σύμφωνα με την κ. Παπαδοπούλου υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για ανοιχτή συνεργασία μεταξύ χρυσαυγιτών και αστυνομικών. «Ο Σωτήρης Δεβελέκος» επισημαίνει «λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Παύλου είναι σε ανοιχτή επικοινωνία με αστυνομικό που τον ενημερώνει επί τόπου για την εξέλιξη της μεγάλης πορείας διαμαρτυρίας  και τις κινήσεις των διαδηλωτών. Ας μην ξεχνάμε ότι καταδικάστηκε ως μέλος της εγκληματικής οργάνωσης και μια αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. που υπηρετούσε στο ΑΤ Πειραιά. Συνεπώς, όπως προέκυψε από στοιχεία, υπήρχε και ανοχή στη βίαιη δράση βουλευτών και μελών της Χρυσής Αυγής εκ μέρους των αστυνομικών σε συντριπτικά μεγάλο ποσοστό και συγκάλυψη και συνεργασία με τους χρυσαυγίτες σε ένα μικρότερο ποσοστό».

Έχουν τεκμηριωθεί διασυνδέσεις ανάμεσα σε αρκετούς  συγκεκριμένους αστυνομικούς και τη Χρυσή Αυγή.3 Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις συνεργασίας εν ενεργεία αστυνομικού με την Χρυσή Αυγή είναι αυτή του Βασίλη Αθανασόπουλου ή αλλιώς «Χάρου». Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Δημήτρη Ψαρρά, πρόκειται για στέλεχος της οργάνωσης με καταγωγή από τη Μεσσηνία που επί διαδοχικά έτη υπηρετούσε στη φρουρά Χρυσαυγιτών. Το 2006 ήταν διοικητής στο Α.Τ. Μεσσήνης, το 2012 αποσπάστηκε στη φρουρά του Μιχαλολιάκου, μετά στου Δ. Κουκούτση και στου Ν. Μίχου. Επίσης, το 2014 ο Β. Αθανασόπουλος ανακοινώθηκε και ως υποψήφιος της Χρυσής Αυγής για τον Δήμο Αθηναίων. Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός καταδικάστηκε το 1999 από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε φυλάκιση δυόμισι ετών με αναστολή καθώς καταγράφηκε σε αντιφασιστική διαδήλωση να χτυπάει με μανία στο κεφάλι μια γυναίκα πεσμένη στο έδαφος. Ο Αθανασόπουλος βρισκόταν στη διαδήλωση ως αστυνομικός με πολιτικά.4

Μία ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση διασύνδεσης αξιωματικού με τη Χρυσή Αυγή ήταν και ο Δημήτρης Γιοβανίδης, τότε Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Νίκαιας. Ο Γιοβανίδης κατονομάστηκε σε ένορκη κατάθεση μάρτυρα ως πληροφοριοδότης του πυρήνα της Χρυσής Αυγής Νίκαιας. «Ο Πατέλης είχε πολύ καλές σχέσεις με συγκεκριμένο χρυσαυγίτη αστυνομικό από το Α.Τ. Νίκαιας, Γιοβανίδη είχα ακούσει πως τον έλεγαν και βοηθούσε κάθε φορά που υπήρχε πρόβλημα. Τον έπαιρνε τηλέφωνο και καθάριζε», είχε δηλώσει ο μάρτυρας.5

Το 2013 ο τότε υπουργός  Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη Νίκος Δένδιας είχε διατάξει «Ευρεία έρευνα για ενεργή εμπλοκή αστυνομικών στην έκνομη δραστηριότητα της “Χρυσής Αυγής” και τυχόν συμμετοχή τους στη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, ρατσιστικής βίας και διαφθοράς». Η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ προχώρησε σε 22 συλλήψεις με τη διαδικασία του αυτοφώρου και τελικά από τους 15 συλληφθέντες αστυνομικούς, οι 10 είχαν άμεση ή έμμεση διασύνδεση με εγκληματικές δράσεις της Χρυσής Αυγής.

Στα συμπεράσματά της η έρευνα ανέφερε μεταξύ άλλων πως δεν «συγκροτούνται “πυρήνες” ή (αδιαφανείς) “φράξιες” ή παρασυνταγματικοί πόλοι στην Ελληνική Αστυνομία, που στο σύνολό της αποτελεί πυλώνα της δημοκρατικής τάξης», ενώ διαπιστώθηκε «σύστοιχη αδράνεια δράσης συγκεκριμένων αστυνομικών (εξατομίκευση της ευθύνης),  ατομική συμμετοχή σε αξιόποινες πράξεις – Παράβαση Καθηκόντων – Καταχρηστική άσκηση εξουσίας».

Σε κείμενό του μετά τη δημοσίευση του πορίσματος, ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης σημείωνε: «Η έρευνα “αυτοκάθαρσης” της ΕΛΑΣ ήταν μια παρωδία. Οι αρμόδιοι αστυνομικοί δεν φρόντισαν καν να δώσουν στη δημοσιότητα έναν αριθμό εμπλεκόμενων αστυνομικών, ο οποίος να αντιστοιχεί με τις αναρτημένες στο διαδίκτυο ανακοινώσεις της ΕΛΑΣ. Η έρευνα Δένδια κινείται ανάμεσα, αφενός, στον ερασιτεχνισμό και τη γελοιότητα, αφετέρου στο θράσος λατινοαμερικάνικης Χούντας που επιχειρεί να συγκαλύψει τα εγκλήματα των κατασταλτικών της μηχανισμών».6 

Μεμονωμένα περιστατικά ή συγκοινωνούντα δοχεία;

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Χριστόπουλο, τόσο η θεωρία των μεμονωμένων περιστατικών όσο και αυτή των «συγκοινωνούντων δοχείων» είναι προβληματικές. 

Όπως μας είπε: «Η πεποίθηση ότι τα περιστατικά που έχουμε – όπου φάνηκε όχι απλώς ανοχή απέναντι στη Χρυσή Αυγή αλλά και συνεργασία – είναι μεμονωμένα, είναι λάθος. Ξέρουμε πλέον και αποδείχτηκε και με την εκλογική συμπεριφορά συγκεκριμένων μονάδων της αστυνομίας ότι υπήρχε τάση συγκριτικά μεγαλύτερη απ’ ό,τι σε άλλα σώματα προς την άκρα δεξιά και κυρίως προς τη Χρυσή Αυγή». 

Πράγματι, η μαζική υποστήριξη της Χρυσής Αυγής από την ΕΛ.ΑΣ. αναδείχθηκε στις εκλογές της περιόδου 2012-2015 και επιβεβαιώνουν τη συνύπαρξη των δύο ιδιοτήτων, του αστυνομικού και του Χρυσαυγίτη, στο ίδιο πρόσωπο. Μάλιστα τότε – από την ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων σε τουλάχιστον 20 ΑΤ της Αττικής – είχε προκύψει ότι πάνω από το 40%-50% ψήφισαν ΧΑ.7

Αυτό ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή, «δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε ένα συμπέρασμα που λέει ότι άκρα δεξιά και αστυνομία είναι συγκοινωνούντα δοχεία διότι είναι μηδενιστικό και λάθος σαν απεικόνιση». 

Και τονίζει: «Η αστυνομία, αν υπάρχει πολιτική βούληση από την κορυφή, μπορεί να υπακούσει και να πειθαρχήσει. Το ζήτημα έχει να κάνει με την πολιτική καθοδήγηση και τον έλεγχο της αστυνομίας η οποία πάρα πολύ συχνά διέπεται από έλλειψη λογοδοσίας και ατιμωρησία. Δεν είναι τυχαίο ότι στη δίκη του Ζακ συζητήσαμε για την ποινική καταδίκη αλλά ξεχάσαμε ότι οι αστυνομικοί που μετείχαν στην επιχείρηση “διάσωσης” ούτε πειθαρχικά δεν είχαν διωχθεί. Υπήρχε πειθαρχικό πόρισμα που πρότεινε την απόταξή τους και το πειθαρχικό συμβούλιο δεν είχε συνεδριάσει γιατί περίμενε την απόφαση του δικαστηρίου. Άρα όταν ένας άνθρωπος όχι απλώς δεν διώκεται ποινικά αλλά ούτε στοιχειωδώς πειθαρχικά, για κάτι που είδαμε on camera σ’ αυτή την περίπτωση, τότε είναι σαν να τους δίνεται ένα “πράσινο” σήμα που λέει “κάνε ό,τι θες”». 

Συμπληρωματικό επιχείρημα αποτελεί το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό χαρίζεται στον ακροδεξιό εξτρεμισμό το σύνολο της Ελληνικής Αστυνομίας. Αυτή η προσπάθεια μάλιστα είναι ακόμα πιο έντονη από τον ίδιο τον ακροδεξιό χώρο, ο οποίος επί χρόνια προσπαθεί να παίζει το ρόλο του προστάτη του κλάδου, με απώτερο στόχο να διατηρεί τις προσβάσεις στην Αστυνομία. «Η προσπάθεια των ακροδεξιών ομάδων να βρουν προσβάσεις στην Αστυνομία δεν περιορίζεται στην παρακρατική τους δράση (ως “αγανακτισμένων πολιτών”) δίπλα σε κάθε κατασταλτική επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. Πολύ συχνά στα έντυπά τους εξυμνούν την Αστυνομία και κολακεύουν τους άνδρες και τους αξιωματικούς της, εμφανιζόμενοι ως οι μοναδικοί προστάτες του “διωκόμενου κλάδου”», έγραφε ο Ιός της Ελευθεροτυπίας το 1998.8

Βέβαια, αν δεν παραδεχτείς ότι έχεις πρόβλημα ατιμωρησίας ή λογοδοσίας, δεν υπάρχει και πρόβλημα να λύσεις. Αυτή ήταν και η αντίληψη του υπουργείου το 2012, όπως αποτυπώθηκε στις δηλώσεις αξιωματούχου στην έκθεση για την ξενοφοβική βία στην Ελλάδα της Human Rights Watch: «Ο ταξίαρχος Γεώργιος Νίτσας από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη επέμεινε ότι όλα τα περιστατικά ερευνώνται με τη δέουσα επιμέλεια: “Όταν έχουμε καταγγελίες από μετανάστες, εμείς προσπαθούμε να τις συστηματοποιήσουμε και να επιδείξουμε ευαισθησία στον χειρισμό τους. Διενεργούμε έρευνες. Μέχρι σήμερα έχουμε καταγράψει μεμονωμένα περιστατικά και δεν έχουμε ανακαλύψει ρατσιστικά κίνητρα. Όταν, όμως, υπάρχουν συμπλοκές μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών, το ρατσιστικό κίνητρο ερευνάται συστηματικά… Κάτι που δεν είναι εύκολο”».

Την ίδια στιγμή, τα συμπεράσματα της Human Rights Watch ανέφεραν πως στην έρευνά της η οργάνωση κατέγραψε «σοβαρές παραλείψεις στον τρόπο απόκρισης των αστυνομικών αρχών σε περιστατικά και καταγγελίες βίας σε βάρος μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Παρά τις εγκυκλίους του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, τις τροποποιήσεις του κώδικα δεοντολογίας των αστυνομικών και τα μαθήματα επιμόρφωσης σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι αστυνομικές αρχές δεν φαίνονται επαρκώς προετοιμασμένες ή διατεθειμένες να ερευνήσουν καταγγελίες ρατσιστικής βίας».

Αστυνομία και «εκδημοκρατισμός»

Το Manifold επικοινώνησε με τον Νίκο Τόσκα, πρώην υπουργό Προστασίας του Πολίτη την περίοδο 2015-2018, σχετικά με την ύπαρξη ακροδεξιών στοιχείων εντός της ΕΛ.ΑΣ. Όπως μας τόνισε «Δυστυχώς, ακροδεξιοί υπάρχουν παντού. Στους ‘’σκληρούς’’ μηχανισμούς κάθε κράτους (Σώματα Ασφαλείας, Ένοπλες Δυνάμεις) είναι αλήθεια ότι οι ακροδεξιοί υπάρχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ότι στην υπόλοιπη κοινωνία. Όταν καλλιεργείται η αντίληψη ότι τα μέλη αυτών των μηχανισμών είναι το ‘’Κράτος’’ ή οι ‘’Σωτήρες’’ και όχι οι υπηρέτες του λαού τότε τα ποσοστά των ακροδεξιών ανεβαίνουν. Όσο δεν απομονώνονται οι ένστολοι από την κοινωνία αλλά βρίσκονται ενσωματωμένοι με τα κοινά λαϊκά συμφέροντα, τις κοινές επιδιώξεις και αγωνίες, τόσο θα μειώνονται αυτά τα ποσοστά. Είναι υποχρέωση των προοδευτικών δυνάμεων να αλλάξουν σταδιακά το κλίμα, με όλα τα νόμιμα μέσα και παράλληλα με τις αλλαγές στην υπόλοιπη κοινωνία». 

Σχετικά με τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού στην Ελληνική Αστυνομία, ο Ν. Τόσκας χαρακτήρισε «ασαφή» τον όρο “εκδημοκρατισμός” και τόνισε «είναι περισσότερο σύνθημα παρά ζητούμενο. Δεν μπορείς να αλλάξεις τις συνειδήσεις αν δεν αλλάξεις το περιβάλλον και τις ανάγκες. Μπορείς όμως να επιβάλλεις τον τρόπο δράσης. Σε συνθήκες Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας είναι αυτονόητο ότι τα μέλη ενός κρατικού μηχανισμού μπορούν να έχουν διαφορετικές πολιτικές απόψεις αλλά είναι υποχρεωμένοι να τηρούν όσα επιβάλλουν το Σύνταγμα, οι νόμοι και οι νόμιμες εντολές που έχουν. Οι κρατικοί υπάλληλοι είναι υπηρέτες του Λαού και δεν είναι το κράτος, όπως κάποιοι έχουν πει κατά καιρούς, σε μια προσπάθεια κολακείας των υπαλλήλων. Αν εννοούν όσοι χρησιμοποιούν τον όρο ‘’εκδημοκρατισμός’’ ότι θα πρέπει να απομονωθούν και να διώχνονται από την υπηρεσία όσοι υποσκάπτουν την πειθαρχία και δεν υπακούνε στους νόμους, αυτό είναι αυτονόητο. Και φυσικά πρέπει να είναι διαρκής η προσπάθεια για καλύτερη παιδεία, ενημέρωση και εκπαίδευση των αστυνομικών υπαλλήλων ώστε να αποτρέπονται απαράδεκτα περιστατικά». 

Όπως σημειώνει η δικηγόρος Χρύσα Παπαδοπούλου «κανένας άλλος πολιτικός χώρος δεν απολαμβάνει τέτοια αντιμετώπιση από την αστυνομία. Κυριαρχεί η άποψη μεταξύ των αστυνομικών ότι οι ακροδεξιοί και οι χρυσαυγίτες είναι φιλικά προσκείμενοι προς αυτούς. Απέναντι στον «κοινό εχθρό των αναρχικών» είναι μαζί. Μόνο που υπό κανονικές συνθήκες δεν νοείται σε καμία περίπτωση η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή της κρατική εξουσίας μέσω της επιβολής του νόμου να συνεργάζεται με βίαιες, αυτόκλητες ομάδες πολιτών για να αντιμετωπίσει άλλους πολιτικούς χώρους γιατί έτσι ακριβώς διαμορφώνεται το παρακράτος. Οποιαδήποτε τέτοια σύμπλευση αστυνομίας και ακροδεξιών πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα και αποφασιστικά». 

Η πρόσφατη επικαιρότητα δεν δημιουργεί αισιοδοξία ότι μια τέτοια αντιμετώπιση γίνεται, έστω και με καθυστέρηση, ο κανόνας. Τον Μάρτιο του 2021, ο Ελεύθερος Κοινωνικός Χώρος «Σχολείο» στη Θεσσαλονίκη δέχτηκε επίθεση από ακροδεξιούς που πραγματοποιούσαν μοτοπορεία εν όψει της επετείου για την 25 Μαρτίου και τη συμπλήρωση 200 ετών από την ελληνική επανάσταση. Η μοτοπορεία των περίπου 100 ακροδεξιών σταμάτησε έξω από τον κοινωνικό χώρο και ξεκίνησε να επιτίθεται με πέτρες. Την ίδια στιγμή, άνδρες της αστυνομίας βρίσκονταν δίπλα στους ακροδεξιούς και τους άφηναν να δρουν ανενόχλητοι.