Newsletter Κοινότητα EN | ΕΛ

Main Page Content

Ιστορικό

Η Μεταπολίτευση που δεν έγινε

Η αστυνόμευση στο νεοελληνικό κράτος - Μέρος Β΄

test

ΜΑΤ στην πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, 1980.

Οι περισσότερες πλευρές του πολιτικού συστήματος από το 1974 και μετά έχουν εξαγγείλει τον «εκδημοκρατισμό» των σωμάτων ασφαλείας. Η υλοποίηση αυτής της εξαγγελίας όχι απλώς δεν ολοκληρώθηκε αλλά πλέον οπισθοδρομεί συνεχώς.

Ελλάδα

Μια λέξη κυριαρχεί σε όλες τις θεσμικές επικρίσεις των βιαιοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας εδώ και δεκαετίες: ο «εκδημοκρατισμός». Συνέδρια, εκδηλώσεις, εκδόσεις, πάνελ, αλλά και πολιτικοί διαξιφισμοί για τον ρόλο των ενστόλων, απολήγουν σχεδόν νομοτελειακά σε αυτό το πάγιο αίτημα.

Η ίδια η λέξη είναι που αποκαλύπτει την καταγωγή του προβλήματος: μολονότι ο «εκδημοκρατισμός» του κράτους αποτελούσε ένα αρκετά παλαιότερο επίδικο για το πολιτικό σύστημα της χώρας, ήταν στην περίοδο της Μεταπολίτευσης που η τάση εξομάλυνσης της διακυβέρνησης έδωσε στον όρο πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτό αντανακλά άλλωστε και η μετονομασία της παράταξης της Δεξιάς σε «Νέα Δημοκρατία» υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Όπως σημειώνει ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος σε άρθρο του τον Ιούλιο του 1980, η διαμάχη μεταξύ των οπαδών του εκδημοκρατισμού του κράτους και των καταλοίπων της πολιτικής ανωμαλίας που επιθυμούσαν τη διατήρηση του status quo — σύγκρουση φιλελεύθερων και ακροδεξιών, με σημερινούς όρους — πέρασε μέσα στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Ενώ όμως την περίοδο συγγραφής του άρθρου, το στρατόπεδο του «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού» φαινόταν να έχει επικρατήσει στο κόμμα, όπως παρατηρεί ο Αλιβιζάτος, «η σκοταδιστική–φιλοατλαντική μερίδα διατηρεί σημαντικό μέρος από την παλαιά της ισχύ και έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις».1

Ξέρουμε ότι — με ενστάσεις, αποτυχίες και εμπόδια — ο «εκδημοκρατισμός» για τους περισσότερους τομείς του κράτους σταμάτησε να αποτελεί κεντρικό ζήτημα. Παραμένει ένας όρος που μπορεί να ακουστεί ενίοτε σε συζητήσεις για τη δημόσια διοίκηση, λόγου χάρη, αλλά η χρήση του είναι πια περιστασιακή. Αυτό δεν ισχύει, όμως, στην περίπτωση της αστυνομίας, γεγονός που εγείρει το ερώτημα: γιατί η διαδικασία που ξεκίνησε το 1974 για τους περισσότερους τομείς του κράτους, δεν επεκτάθηκε ποτέ, τουλάχιστον επαρκώς, στα σώματα ασφαλείας;

Η κληρονομιά της καχεξίας

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, τα σώματα ασφαλείας αναπτύχθηκαν υπό την αμερικανική επιρροή. Από την αμερικανική αποστολή που οδήγησε στη δημιουργία της Άμεσης Δράσης μέχρι — και κυρίως — την ίδρυση της ΚΥΠ (Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών) σε συνεργασία με την CIA, οι ΗΠΑ καταμεσής του Ψυχρού Πολέμου διατηρούσαν ισχυρή παρουσία στην αστυνομία και τον στρατό. Φυσικά, αυτή ήταν μόνο μια όψη της αμερικανικής επιρροής, που εκτεινόταν σε όλες τις όψεις της πολιτικής ζωής στη χώρα. Οι ένστολοι, ωστόσο, αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή της αμερικανικής επιδίωξης να αναχαιτιστεί ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» και συνεπώς η σοβιετική επιρροή.

Από το 1976, οι πρώτες μονάδες των ΜΑΤ φτιάχτηκαν και στην Αστυνομία Πόλεων και στη Χωροφυλακή.

Με το τέλος της Επταετίας, το κλίμα φαινόταν να αλλάζει. Τόσο η αμερικανική υποστήριξη στη χούντα όσο και η ανεμπόδιστη εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο είχαν προκαλέσει δυσμενή αισθήματα στην πλειοψηφία των πολιτών απέναντι στις ΗΠΑ, πράγμα που αντανακλάται και στην απόφαση του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, με την ανάληψη των καθηκόντων του να βγάλει προσωρινά την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Από αυτή την άποψη, το 1974 αποτελεί τομή — οι συνέχειες, ωστόσο, από τη μία περίοδο στην επόμενη είναι κομβικές. 

Το 2004, τριάντα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, η δημοσιογραφική ομάδα του Ιού στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία αποφάσισε να διερευνήσει τις ρίζες των αστυνομικών καινοτομιών της Μεταπολίτευσης, δηλαδή την εισαγωγή των μονάδων ΔΕΑ, ΜΕΑ και αργότερα ΜΑΤ, που επιφορτίστηκαν με την καταστολή των διαδηλώσεων. Απευθύνθηκε, έτσι, στον Ηλία Ψυχογιό, απόστρατο υπαρχηγό της Αστυνομίας Πόλεων, ο οποίος είχε αναλάβει να οργανώσει τις νέες μονάδες.2

Η ιστορία που αφηγήθηκε ο Ψυχογιός ξεκινούσε από το 1960, όταν «οι Αμερικάνοι» παρατήρησαν την αδυναμία του μετεμφυλιακού κράτους να διαλύσει αποτελεσματικά τις μαζικές και συγκρουσιακές διαδηλώσεις. Προσκάλεσαν λοιπόν κάποιους αστυνομικούς στις ΗΠΑ για εκπαίδευση στο riot control, μεταξύ των οποίων και ο Ψυχογιός. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μόνο που αποκόμισε από την τετράμηνη παραμονή του στις ΗΠΑ ήταν η γνώση για τα δακρυγόνα, τα οποία εισήχθησαν στην ελληνική αστυνόμευση λίγο μετά την επιστροφή του.

Σύμφωνα με τον Ψυχογιό, η εντολή να φτιαχτούν οι σχετικές μονάδες ήρθε απευθείας από τον Καραμανλή, με τη λιτή έκφραση «φτιάξτε τα». Από το 1976, οι πρώτες μονάδες των ΜΑΤ φτιάχτηκαν και στην Αστυνομία Πόλεων και στη Χωροφυλακή. Την εκπαίδευσή τους ανέλαβε ο Ψυχογιός, προσαρμόζοντας στην ελληνική περίπτωση, όπως λέει, όσα έμαθε στην Αμερική.

Η πρώτη εποχή της Μεταπολίτευσης ήταν ταραχώδης. Την ίδια περίοδο που συγκροτούσε τα ΜΑΤ, ο Καραμανλής επιχειρούσε να ξαναφέρει από το παράθυρο πολιτικές των προηγούμενων δεκαετιών, που θα έθεταν περιορισμούς στις πολιτικές ελευθερίες και θα χτυπούσαν στη ρίζα πρακτικές όπως η «κατάληψη», οι οποίες σταδιακά υιοθετούνταν στην Ελλάδα, εμπνεόμενες από τα κινήματα του γαλλικού και ιταλικού Μάη του 1968 και 1969 αντίστοιχα. Οι απόπειρες της κυβέρνησης Καραμανλή για επαναφορά των πολιτικών καταστολής της Αριστεράς και των εργατικών διεκδικήσεων απαντήθηκαν με μαζικές διαδηλώσεις.

Ωστόσο, η ένταση της περιόδου δεν αποτυπώθηκε μόνο στις διαδηλώσεις. Η διάχυση των συγκρούσεων στον αραβικό (και όχι μόνο) κόσμο προς τη Δύση μέσα από αεροπειρατείες, ομηρίες και ένοπλα χτυπήματα, δημιουργούσε νέα, παγκόσμια αντιτρομοκρατικά δεδομένα. Η τετραπλή αεροπειρατεία του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης το 1970, η ομηρία της συνεδρίασης του OPEC στη Βιέννη από τον Κάρλος το 1975, και η δολοφονία 11 ισραηλινών αθλητών από τον Μαύρο Σεπτέμβρη στους Θερινούς Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972, είναι μόνο μερικά ενδεικτικά περιστατικά που πυροδότησαν εξελίξεις στη διεθνή αντιτρομοκρατική πολιτική.

Αντιτρομοκρατία και δημοκρατικός Τύπος

Ένα ελάχιστα καταγεγραμμένο αντίστοιχο περιστατικό στην Ελλάδα ιστορείται ως καταλύτης για τη στελέχωση των ελληνικών αντιτρομοκρατικών μονάδων: η αφορμή για τη δημιουργία της Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών (ΔΕΑ) στην Αστυνομία Πόλεων λέγεται πως υπήρξε μια κατάσταση ομηρίας στην Πρεσβεία της Αιγύπτου, το 1978, στην οποία είχε καταφύγει ομάδα Παλαιστίνιων, αφού είχε ανοίξει πυρ μέσα από το πλήθος μιας προεκλογικής εκδήλωσης της Νέας Δημοκρατίας. Όπως αφηγήθηκε, χρόνια μετά, ο αξιωματικός Μιχάλης Γεωργακάκης στον Μανώλη Ασαριώτη, στο Bloko, ο ίδιος μπήκε στην πρεσβεία ως επικεφαλής ομάδας δέκα αστυνομικών, αφόπλισε και συνέλαβε τους Παλαιστινίους.3 

Ο Γεωργακάκης σίγουρα αποτελεί κομβικό πρόσωπο και σε πολλά άλλα περιστατικά που καθόρισαν την αστυνόμευση κατά τη Μεταπολίτευση. Παρότι πολιτικά θεωρείται δημοκράτης αστυνομικός που πολεμήθηκε από τη Χούντα, το όνομα του θα συνδεθεί τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 με μερικά από τα πιο βίαια περιστατικά αστυνομικής καταστολής. Το πρώτο από αυτά ήταν η πολιορκία του σπιτιού του γιατρού Τσιρώνη που κατέληξε σε τραγωδία.

Ο Βασίλης Τσιρώνης, παρότι δεν ήταν κομμουνιστής, είχε τη φήμη του ταραχοποιού για τη Δεξιά. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός τον έστειλε να θητεύσει ως γιατρός για τους εξόριστους στον Άη Στράτη, ο Τσιρώνης ξεκίνησε να συγκρούεται με τις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις, επειδή περιέθαλπτε κανονικά τους κρατούμενους, κόντρα στην επίσημη πολιτική της φυσικής και ψυχικής εξόντωσής τους, δραστηριότητα που απαντήθηκε με κατηγορίες από το υπουργείο Πρόνοιας ότι ο ίδιος αποτελεί «όργανο της κομμουνιστικής ηγεσίας».

Η σύγκρουση αυτή οδήγησε σε απανωτές συλλήψεις και τον συστηματικό διωγμό του Τσιρώνη, όμως ακόμα και μέσα από τη φυλακή, δεν σταματούσε τη δράση του, πραγματοποιώντας απεργίες πείνας, κάνοντας πολιτικές εκκλήσεις για διάφορα θέματα (όπως τα χρέη των πολιτών), ενώ είχε κατηγορηθεί και για εξέγερση. Το 1969 πραγματοποίησε αεροπειρατεία με την οικογένειά του, με την οποία κατέληξε μέσω Αλβανίας στη Σουηδία, όπου και φυλακίστηκε ως το 1974.4

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Τσιρώνης κήρυξε ανένδοτο αγώνα κατά του Καραμανλή και της Δεξιάς, ο οποίος περιελάμβανε υβριστικά συνθήματα κατά του «Εθνάρχη» και σε μία περίσταση πυροβολισμούς κατά μιας αφίσας με το πρόσωπο του Καραμανλή στην οδό Αθηνάς. Η κυβέρνηση επιδίωξε, την περίοδο των εκλογών του 1977, να συλλάβει τον Τσιρώνη στη βάση μιας παλιάς καταδίκης, αλλά ο ίδιος κλείστηκε σπίτι του και απείλησε ότι θα ανοίξει πυρ κατά των αστυνομικών που πήγαν να τον συλλάβουν. Μάλιστα, δήλωσε ότι ανακηρύσσει το σπίτι του σε ανεξάρτητο κράτος. Η κατάσταση αυτή κράτησε 8 μήνες, μέχρι τον Ιούλιο του 1978.

Αντίθετα με την εικοσαετή σύγκρουση του Τσιρώνη με τη Δεξιά, ήταν τελικά τα όργανα του «δημοκρατικού χώρου» που οδήγησαν στην εξόντωσή του. Η εφημερίδα Το Βήμα άρχισε να εξαπολύει επίθεση κατά της κυβέρνησης με αφορμή την περίπτωση Τσιρώνη, παρουσιάζοντας την υπόθεσή του ως ένδειξη «ανυπαρξίας του κράτους». Θιγμένο από τους μύδρους του δημοκρατικού Τύπου, το κράτος απάντησε λίγες ημέρες μετά με την έφοδο στο σπίτι του Τσιρώνη, υπό την ηγεσία του «δημοκρατικού» Μιχάλη Γεωργακάκη. Η έφοδος κατέληξε στον θάνατο του Τσιρώνη. Οι αρχές υποστήριξαν ότι ο γιατρός είχε αυτοκτονήσει, αλλά αυτή η εκδοχή έχει αμφισβητηθεί έντονα.5

Ο Βασίλης Τσιρώνης στο σπίτι του.

Ο Βασίλης Τσιρώνης στο σπίτι του.

Η έφοδος στο σπίτι του Τσιρώνη ήταν η πρεμιέρα της Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών. Σύμφωνα με τον Ψυχογιό, στη συνέντευξη στην ομάδα του Ιού, όπως είχε γίνει νωρίτερα και με τα ΜΑΤ, ανέλαβε ο ίδιος τη συγκρότησή της νέας αυτής αντιτρομοκρατικής μονάδας κατά παραγγελία του υπουργού Δημόσιας Τάξης Αναστάσιου Μπάλκου, ειδικά για τη διαχείριση της περίπτωσης του Τσιρώνη.

Δολοφονίες και αφροδίσια

Πλαγιοκοπούμενη από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, η κυβέρνηση σκλήραινε τη στάση της σε όλα σχεδόν τα μέτωπα, τάση που συνεχίστηκε και μετά τον Μάιο του 1980,όταν  ο Κωνσταντίνος Καραμανλής «απέδρασε», τρόπον τινά, μεταπηδώντας στην προεδρία της Δημοκρατίας και αφήνοντας την πρωθυπουργία στον Γεώργιο Ράλλη. Παρότι στην κοινοβουλευτική αντιπαράθεση ο Ράλλης εμφανιζόταν μετριοπαθής, οι κατασταλτικές τάσεις του προκατόχου του, με τη συνεχή και βίαιη διάλυση ειρηνικών διαδηλώσεων, συνεχίστηκαν και κλιμακώθηκαν επί των ημερών του, θυμίζοντας όλο και πιο πολύ την περίοδο της «καχεκτικής δημοκρατίας». Αυτό άλλωστε αποτυπώθηκε και στην πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου του 1980, που σημαδεύτηκε από τους ξυλοδαρμούς μέχρι θανάτου από τα ΜΑΤ του 24χρονου φοιτητή Ιάκωβου Κουμή και της 20χρονης εργάτριας Σταματίνας Κανελλοπούλου. Λίγες μόλις εβδομάδες πριν, τα ΜΑΤ είχαν δολοφονήσει τον 76χρονο αντιστασιακό Τάσο Μαλγαρίδη, σε διαδήλωση μνήμης για την Αντίσταση στη Θεσσαλονίκη.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» μετά την πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, 1980.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» μετά την πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, 1980.

Πέραν της ακραίας καταστολής, οι τάσεις της εποχής κληρονόμησαν και την επιμονή στην αστυνόμευση των «ηθών» από τις προηγούμενες δεκαετίες, όπως φαίνεται σε μια σύγκρουση που δεν μνημονεύεται ίσως όσο θα έπρεπε — γύρω από το περιβόητο νομοσχέδιο «Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και συναφών θεμάτων”», το οποίο είχε σχεδιαστεί ήδη από το 1977 και ψηφίστηκε τελικά σε νόμο επί Ράλλη τον Αύγουστο του 1981. Ο νόμος ποινικοποιούσε, μεταξύ άλλων, την «παρά φύσιν ασέλγεια», προέβλεπε φυλάκιση για “​«κάθε πρόσωπον, εφ’ όσον εις δημόσιους χώρους παρενοχλεί το κοινόν, προκαλούν αυτό δι’ ασέμνων στάσεων ή κινήσεων εις σαρκικήν συνάφειαν», υποχρέωνε τα νοσοκομεία να ενημερώνουν το κράτος για κάθε διάγνωση αφροδίσιου νοσήματος, παραβιάζοντας το ιατρικό απόρρητο, και θέσπιζε υποχρεωτικές επισκέψεις στους γιατρούς.

Από το 1977, το νομοσχέδιο ξεσήκωσε ένα δυναμικό κίνημα με πρωταγωνιστές τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα της εποχής και οδήγησε στη δημιουργία του ΑΚΟΕ (Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλοφίλων Ελλάδος) και την έκδοση του περιοδικού Αμφί. Όπως σημειώνεται σε άρθρο στο 7ο τεύχος του περιοδικού: «Αλλά και αν υποθέσουμε ότι το νομοσχέδιο δεν είχε καμιά αντιδημοκρατική διάταξη και ότι αντιμετώπιζε το θέμα του με τον πιο “καλοπροαίρετο” τρόπο, ακόμα και αν παραδεχτούμε ότι η αστεία δικαιολογία της κυβέρνησης για τους κινδύνους που διατρέχουν “η δημόσια υγεία και οι ηθικές αρχές της οικογένειας” από τα αφροδίσια και τις πόρνες ευσταθεί, ακόμα και τότε το νομοθέτημα αυτό θα έπρεπε να αποσυρθεί και αν μην ξαναδεί το φως της δημοσιότητας για έναν άλλο λόγο, πολύ ισχυρότερο απ΄ όλους του προηγούμενους: γιατί η εφαρμογή του και η καλή εκτέλεση όλων όσων επιτάσσει ανατίθεται στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ».6

Το οπισθόφυλλο του τεύχους 2-3 του περιοδικού «Αμφί» με την επιστολή γνωστών προσωπικοτήτων της εποχής ενάντια στο νόμο «Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και συναφών θεμάτων».

Το οπισθόφυλλο του τεύχους 2-3 του περιοδικού «Αμφί» με την επιστολή γνωστών προσωπικοτήτων της εποχής ενάντια στο νόμο «Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και συναφών θεμάτων».

Παρότι το κίνημα κέρδισε την υποστήριξη ακόμα και διεθνών προσωπικοτήτων, όπως οι συγγραφείς Ζαν Ζενέ και Σιμόν Ντε Μποβουάρ, οι σκηνοθέτες Ζιλ Ντασσέν και Κώστας Γαβράς, οι φιλόσοφοι Μισέλ Φουκώ, Λουί Αλτουσέρ, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ζιλ Ντελέζ και άλλοι, η κυβέρνηση Ράλλη προχώρησε στην ψήφισή του. Βέβαια, εναντίον του στη Βουλή καταφέρθηκαν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ πρωτοστατούσης της Μελίνας Μερκούρη. Τρεις μήνες μετά την ψήφιση, το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία και κατάργησε τον νόμο.

Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς τον Αρκουδέα

Ίσως ένα από τα πιο γνωστά αντιπολιτευτικά συνθήματα της πρώτης 8ετίας του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση να ήταν το περιβόητο (και περιπαικτικό) «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς τον Αρκουδέα / Αυτός δεν είναι άνθρωπος, αυτός είναι ιδέα». Αναφερόταν στο προεκλογικό σύνθημα «Αλλαγή» με το οποίο διεκδίκησε και κέρδισε τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ, αλλά και στον Νίκωνα Αρκουδέα, δημοκρατικό αστυνομικό και υποστηρικτή του Ανδρέα Παπανδρέου, που από το 1981 μέχρι το 1989 υπηρέτησε αρχικά ως Διευθυντής Τάξης Αττικής (και άρα επικεφαλής των ΜΑΤ και ΜΕΑ), αργότερα ως Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής Αττικής, και από το 1986 και μετά ως αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ.

Παρά την ιστορική αδικία να γίνει εκείνος πρωταγωνιστής ενός από τα γνωστότερα συνθήματα κατά των σωμάτων ασφαλείας, οι μαρτυρίες της εποχής λένε ότι ο Αρκουδέας υπήρξε «κόντρα ρόλος» σε σχέση με τις θέσεις στις οποίες υπηρέτησε. Ιδίως όσον αφορά τον νεανικό ριζοσπαστισμό, ο Αρκουδέας επιχειρούσε αυτοπροσώπως να αποτρέψει ή να κατευνάσει τις συγκρούσεις μεταξύ του αντιεξουσιαστικού χώρου και της αστυνομίας. Μια μαρτυρία της εποχής στο The Manifold λέει ότι συχνά στα τηλεφωνήματα που έκανε ο «κύριος Νίκωνας» στα καφενεία των Εξαρχείων που φιλοξενούσαν τους αναρχικούς και αριστεριστές, προειδοποιούσε: «Έρχεται ο Γεωργακάκης, φύγετε!»

Πέρα από το ανεκδοτολογικό της υπόθεσης, η διαφορά φάσης μεταξύ της ηγεσίας του Αρκουδέα και της βίας που ασκούσαν οι υφιστάμενοί του δεν αποτελεί κάποιο περίεργο παιχνίδι αποπροσανατολισμού. Αντίθετα, αποτυπώνει τη δυναμική των ιδιότυπων σχέσεων μεταξύ των σωμάτων ασφαλείας (και ειδικά των ΜΑΤ και ΜΕΑ που είχαν πρακτικά «λευκή επιταγή» για την άσκηση βίας), της φυσικής ηγεσίας του σώματος και της πολιτικής ηγεσίας. Ένα ζήτημα που θα συνεχίσει να ανακύπτει καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης και φτάνει μέχρι σήμερα.

Όπως παρατηρεί, βέβαια, και η ομάδα του Ιού στο περιθώριο της συνέντευξης Ψυχογιού, από τις αρχές της Μεταπολίτευσης, ο «εσωτερικός εχθρός», τον οποίον όφειλαν να καταπολεμήσουν τα σώματα ασφαλείας μετατοπίστηκε από τα νομιμοποιημένα πλέον αριστερά κόμματα στους «εξτρεμιστές» και τα «αναρχικά στοιχεία».

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η ΔΕΑ, που είχε αναλάβει την επιχείρηση Τσιρώνη με την τραγική της κατάληξη, μετονομάστηκε σε ΜΕΑ (Μονάδες Ειδικών Αποστολών) και ο ρόλος του σώματος αναβαθμίστηκε, προσωρινά εις βάρος των ΜΑΤ. Η αντιτρομοκρατική αποστολή των ΜΕΑ υπό τον Μιχάλη Γεωργακάκη ήταν αρκετά ασαφής ώστε να εκτείνεται σε ανόμοια μεταξύ τους πράγματα: το ίδιο σώμα που ανέλαβε το 1983 την επιχείρηση κατά της αεροπειρατείας που είχε διαπράξει ο 20χρονος Τούρκος Μαχμούτ Καλκάν, ο οποίος είχε υποχρεώσει το σκάφος να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για ανεφοδιασμό, αναλάμβανε πριν και μετά από αυτή το κυνήγι των αναρχικών στα Εξάρχεια. Ο αριστερός ριζοσπαστισμός της εποχής είχε επισήμως γίνει αντικείμενο της αντιτρομοκρατικής και σε έναν βαθμό παραμένει αντικείμενό της μέχρι σήμερα. Ως αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις αντιμετώπιζαν τις καταδρομές στα Εξάρχεια και τα ίδια τα ΜΕΑ του Γεωργακάκη που τις πραγματοποιούσαν — γεγονός που φαίνεται να εξηγεί τις προειδοποιήσεις του Αρκουδέα στους θαμώνες της περιοχής να φύγουν πριν έρθει ο συνάδελφός του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αντιπάθεια της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των ΜΑΤ και ΜΕΑ, απέναντι στις νεανικές κινητοποιήσεις είχε κλιμακωθεί σε μηδενική ανοχή.

Κατά την πρώτη οκταετία διακυβέρνησής του, το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπισε με αμφίθυμη διάθεση τον αντιεξουσιαστικό χώρο που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα, κυρίως γύρω από τις καταλήψεις. Ένα κομμάτι, κυρίως γύρω από την ηγεσία Παπανδρέου, πιθανώς εφορμούμενο από την προβοκατορολογία που είχε καταστεί κυρίαρχος τρόπος σκέψης από την κεντροαριστερά και πέρα για δεκαετίες, έδειχνε να μην έχει υπομονή και ανοχή γι’ αυτό το νέο είδος ριζοσπαστισμού, ενώ ένα άλλο κομμάτι επιχείρησε τον προσεταιρισμό της αντικουλτούρας και του αντιεξουσιαστικού χώρου, αρχικά με τις δράσεις της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, μετά το 1985, και αργότερα με στελέχη όπως η Μελίνα Μερκούρη να υποστηρίζουν ενεργά τις καλλιτεχνικές δράσεις στις καταλήψεις.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας, η αντιπάθεια της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των ΜΑΤ και ΜΕΑ, απέναντι στις νεανικές κινητοποιήσεις είχε κλιμακωθεί σε μηδενική ανοχή. Αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά με τον πισώπλατο πυροβολισμό του αστυνομικού των ΜΑΤ Αθανασίου Μελίστα, στην πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1985. Ακριβώς πέντε χρόνια μετά από την δολοφονία των Κουμή και Κανελλοπούλου από το «κράτος της Δεξιάς» (κατά τη δημοφιλή ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου), η βία κατά των διαδηλωτών φαινόταν όχι απλώς να μην έχει μειωθεί αλλά να εντείνεται. 

Χαρακτηριστική της στάσης της πολιτικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ήταν η άρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου να αποδεχθεί τις παραιτήσεις του υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης Μένιου Κουτσόγιωργα και του αναπληρωτή υπουργού Θανάση Τσούρα την επομένη της δολοφονίας. Όπως επίσης και η μαρτυρία του τότε πρύτανη του ΕΚΠΑ Μιχάλη Σταθόπουλου που απευθύνθηκε στον Ανδρέα Παπανδρέου για να τον ενημερώσει για την απόφασή του να σπάσει για πρώτη φορά από τη Μεταπολίτευση το πανεπιστημιακό άσυλο και να επιτρέψει στα ΜΕΑ να μπουν για να εκκενώσουν το Χημείο, το οποίο είχε καταληφθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δολοφονία Καλτεζά, ο πρωθυπουργός ήταν θετικός – ή τουλάχιστον δεν ήταν αρνητικός.

Και εγένετο ΕΛ.ΑΣ.

Η δολοφονία Καλτεζά συνέβη καταμεσής της σημαντικότερης αστυνομικής μεταρρύθμισης από την εποχή της ίδρυσης της Αστυνομίας Πόλεων από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Από το 1982, ο Παπανδρέου είχε αναθέσει στον φίλο του, παλιό αντιστασιακό και νομικό Γιάννη Σκουλαρίκη, τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης, να συνενώσει τη στρατιωτική Χωροφυλάκή και την Αστυνομία Πόλεων σε ένα νέο, αμιγώς πολιτικό σώμα, χωρίς τη συμμετοχή του στρατού: και εγένετο Ελληνική Αστυνομία εν έτει 1984.

Ο νεκρός Μιχάλης Καλτεζάς, 17 Νοεμβρίου 1985.

Ο νεκρός Μιχάλης Καλτεζάς, 17 Νοεμβρίου 1985.

Ενδεικτική του τοπίου που είχε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στα σώματα ασφαλείας ήταν η παραίτηση του αρχηγού της Χωροφυλακής, όταν στα τέλη του 1981 η κυβέρνηση ανακοίνωσε την κατάργηση του ετήσιου «εορτασμού» των Δεκεμβριανών στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη.7 Η δυσφορία που επιδείκνυαν τα σώματα ασφαλείας απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, ειδικά από τη στιγμή που τα κατάλοιπα του μετεμφυλιακού κράτους και της χούντας εξακολουθούσαν να κυριαρχούν στους κόλπους τους, γινόταν ακόμα χειρότερη από το γεγονός ότι στο τιμόνι της πολιτικής ηγεσίας τους είχε τοποθετηθεί ένα πρώην στέλεχος του ΕΑΜ, το οποίο παρέκαμπτε τους αξιωματικούς και πραγματοποιούσε ανοιχτές συζητήσεις με τους κατώτερους ένστολους.

Η μεταρρύθμιση Σκουλαρίκη πολεμήθηκε λυσσαλέα από τη Δεξιά μέσω του Τύπου, αλλά και με επεισόδια. Η πρώτη ανοιχτή συζήτηση που συγκάλεσε ο Σκουλαρίκης στις 2 Φεβρουαρίου 1984 στην Καισαριανή, για να συζητήσει με τους αστυνομικούς της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής, διαλύθηκε ύστερα από επεισόδια που προκάλεσαν δεξιοί και ακροδεξιοί ένστολοι, δύο εκ των οποίων τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ενώ ξαναξεκίνησε ένας ιδιότυπος — χαμηλής έντασης αυτή τη φορά — «εμφύλιος» ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούσαν την ενοποίηση της Αστυνομίας σε πολιτικό σώμα και αυτούς που επιθυμούσαν τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης.8

Το δέλεαρ που πρόσφερε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για να αποδεχθούν οι ένστολοι τη μεταρρύθμιση, πιάνοντας άτυπα το νήμα από την πρώτη απεργία των ΕΑΜικών της Αστυνομίας Πόλεων το 1943, ήταν η προοπτική της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και των αποδοχών μέσα από την καθιέρωση του συνδικαλισμού των αστυνομικών. Οι πρώτες βάσεις είχαν τεθεί από τον συνδικαλιστικό νόμο του 1982 και πράγματι, μετά την ενοποίηση του 1984, άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες ενώσεις με πρωταγωνιστές τους αστυνομικούς που πρόσκεινταν στο ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ.

Όσο για την κεντρική ιδέα του ΠΑΣΟΚ περί του τρόπου που θα ασκούσε τα καθήκοντά του αυτό το νέο σώμα, αυτή μοιάζει κάπως αντιφατική. Ο Σκουλαρίκης επαναλαμβάνει καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του την επιθυμία της κυβέρνησης να συμφιλιώσει την αστυνομία και τον λαό, αλλά ο ακριβής τρόπος με τον οποίο θα συνέβαινε αυτό, πέρα από την υπόρρητη παραδοχή ότι η αναδημιουργία του σώματος με τη μορφή της Ελληνικής Αστυνομίας θα ενίσχυε την πρόσβαση φίλων του ΠΑΣΟΚ στα αξιώματα, δεν φαίνεται να έχει αποφασιστεί.

Σε συνέντευξή του παραμονές της ενοποίησης στην εφημερίδα Μεσημβρινή, ο Σκουλαρίκης παρουσιάζει την ιδέα της δημιουργίας «ζωνών αυτοπροστασίας», ιδέα που από την περιγραφή που δίνει ο ίδιος, φαίνεται να προσπαθεί κάπως αδέξια να συνενώσει την παρακαταθήκη της ΕΑΜικής πολιτοφυλακής με το αμερικανικό μοντέλο του neighborhood watch που έχει δεχθεί μεγάλη κριτική στις ΗΠΑ: «Κάθε συνοικία θα αυτοπροστατεύεται, όπως στο εξωτερικό, όπου μάλιστα υπάρχουν και ταμπέλες που αναφέρουν ότι “αυτή η περιοχή αυτοπροστατεύεται” και όπως και να το κάνουμε ο κλέφτης το σκέφτεται για να την πλησιάσει. Μια και υπάρχουν τα συνοικιακά συμβούλια πιθανόν να αναλάβουν αυτά την οργάνωση αυτού του έργου, θα ορίζονται, δηλαδή, εκ περιτροπής άνθρωποι που θα αναλαμβάνουν να ειδοποιούν την Αστυνομία όταν επισημαίνουν ύποπτους θορύβους και κινήσεις ατόμων».9

Σε κάθε περίπτωση, μετά τις εκλογές του 1985, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης καταργήθηκε, οι αρμοδιότητές του πέρασαν στο υπουργείο Εσωτερικών υπό τον πρώην αξιωματικό της Αστυνομίας Πόλεων Μένιο Κουτσόγιωργα και ο Γιάννης Σκουλαρίκης έμεινε εκτός υπουργικού συμβουλίου — παρά την επιτυχία του στη διαχείριση της ενοποίησης των σωμάτων.

Κατάσκοποι και παρακρατικοί

Η Ιστορία δεν έχει αποφανθεί τελεσίδικα σε ποιο βαθμό ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε έλλογους φόβους ή μανία καταδιώξεως. Το σίγουρο είναι ότι έχοντας ζήσει στο πετσί του την πολιτική ανωμαλία που επέτεινε ο ξένος παράγοντας με εμπροσθοφυλακή τις μυστικές υπηρεσίες και τα σώματα ασφαλείας τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες, είχε κάθε λόγο να επιδιώκει τη ριζική αναμόρφωσή τους. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία αργότερα, ο ίδιος είχε φτάσει πολύ κοντά στον θάνατο τη στιγμή της σύλληψής του από τους απριλιανούς το 1967. 

Στο θρυλικό πλέον βιβλίο του Charlie Wilson’s War το 2003, ο αμερικανός δημοσιογράφος George Crile III δείχνει ότι οι επαφές που είχε καλλιεργήσει ο Παπανδρέου ως καθηγητής στις ΗΠΑ ήταν αυτές που τον έσωσαν την τελευταία στιγμή. Συγκεκριμένα, στη συνομιλία που παραθέτει ο Crile μεταξύ των απριλιανών και του ελληνοαμερικανού πράκτορα της CIA Γκαστ Αβρακώτος, που λειτουργούσε ως σύνδεσμος του καθεστώτος με τις ΗΠΑ, ο Αβρακώτος λέει τη χαρακτηριστική φράση: «Η επίσημη οδηγία είναι να τον αφήσετε να φύγει, αλλά ως φίλος θα σας πρότεινα να τον σκοτώσετε τον καριόλη γιατί θα γυρίσει να σας στοιχειώσει».

Όπως θα γράψει πολλά χρόνια μετά ο δημοσιογράφος Γιώργος Λακόπουλος, ο Ανδρέας Παπανδρέου «έχοντας “κάψει τη γούνα του” προ της δικτατορίας, όταν οι επισκέψεις ορισμένων αξιωματικών στο γραφείο του τον ενέπλεξαν στη σκευωρία τού ΑΣΠΙΔΑ, διατηρούσε μια έμφυτη επιφύλαξη για τις πάσης φύσεως “υπηρεσίες ασφαλείας”. […] Εκ πεποιθήσεως είχε πάντα την αίσθηση ότι, ακόμη και την περίοδο της παντοδυναμίας του, ήταν στόχος των μυστικών υπηρεσιών».10

Η ουσιαστική αναμόρφωση της ΚΥΠ θα έρθει με τον νόμο 1645/1986 που τη μετονομάζει σε Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και επιχειρεί να την αποστρατιωτικοποιήσει.

Κερδίζοντας στις εκλογές του 1981, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο Παπανδρέου ήταν να «καθαρίσει» την ηγεσία της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς η υπηρεσία εξακολουθούσε να επηρεάζεται καθοριστικά από τη CIA και τα υψηλόβαθμα στελέχη της προέρχονταν από τα δεξιά και ακροδεξιά του πολιτικού φάσματος. Η ουσιαστική αναμόρφωση της υπηρεσίας, ωστόσο, θα έρθει με τον νόμο 1645/1986 που τη μετονομάζει σε ΕΥΠ (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών) και επιχειρεί να την αποστρατιωτικοποιήσει υπό την ηγεσία του Κώστα Τσίμα, του πρώτου μη-στρατιωτικού διοικητή της. Ωστόσο, ο Τσίμας φαίνεται να δυσκολεύεται εκείνη την εποχή να βρει πολιτικό προσωπικό να τη στελεχώσει.11

Την αναμόρφωση ή ίδρυση (ανάλογα πώς το βλέπει κανείς) της ΕΥΠ, συμπληρώνει το 1987 και η ίδρυση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας εντός της ΕΛ.ΑΣ., η οποία έκτοτε αποτελεί την υπηρεσία της αστυνομίας που συνδιαλέγεται ή ενίοτε συγκρούεται περισσότερο με την ΕΥΠ.

Εκ των υστέρων, οι φόβοι του Παπανδρέου φαίνονται να απλώνονται σε πολλά μέτωπα, είναι όμως παρόμοιοι: έχοντας ζήσει σχεδόν το σύνολο της πολιτικής του σταδιοδρομίας υπό το βάρος του Ψυχρού Πολέμου, έχει μάθει να φοβάται την εμπλοκή ξένων χωρών στην Ελλάδα, είτε η παρέμβαση είναι αμερικανική είτε σοβιετική.

Παρότι τη δεκαετία του 1980 η εικόνα δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη, δεν είναι λίγα τα στοιχεία που σταδιακά αποκαλύπτονται για τις λεγόμενες επιχειρήσεις που διεξήγαγε η CIA στις χώρες της δυτικής πλευράς του Σιδηρού Παραπετάσματος επιχειρώντας να αναχαιτίσει τη σοβιετική επιρροή εκ των έσω και θεσπίζοντας ένα ολόκληρο παρακράτος σε κάθε μία από αυτές. Παρότι η επίσημη ονομασία του δικτύου είναι Stay Behind, η υπόθεση θα γίνει αργότερα γνωστή ως «Επιχείρηση Gladio» από το όνομα της ομώνυμης ιταλικής οργάνωσης, την ύπαρξη της οποίας θα παραδεχθεί αργότερα, το 1990, ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζούλιο Αντρεότι.

Το δίκτυο των παρακρατικών οργανώσεων στην Ευρώπη έχει πια ερευνηθεί και καταγραφεί διεξοδικά, παρότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αρνούνται την ύπαρξή του, αγνοώντας την πληθώρα στοιχείων που έχουν συλλέξει πανεπιστημιακοί ερευνητές και διεθνή μέσα όπως η βρετανική εφημερίδα Guardian.12 

 Όπως παραδέχθηκαν την ίδια περίοδο με τον Αντρεότι και οι ελληνικές αρχές δια στόματος του τότε υπουργού Εθνικής Άμυνας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, Γιάννη Βαρβιτσιώτη, το ελληνικό σκέλος της επιχείρησης Stay Behind ήταν πράγματι υπαρκτό και έφερε την κωδική ονομασία «Κόκκινη Προβιά», αν και θεωρείται από πολλούς ότι η ονομασία είναι λανθασμένη και αναφέρεται σε άλλη επιχείρηση της CIA στην Ελλάδα.13 

Το δίκτυο είχε στηθεί μέσα στις ειδικές δυνάμεις του στρατού και ειδικά τα ΛΟΚ, που πρωταγωνίστησαν στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967. Εντός των ΛΟΚ συγκεκριμένα είχε φτιαχτεί η Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων που αποτελούσε το τμήμα το οποίο διαχειριζόταν για δεκαετίες τις κρύπτες με τον οπλισμό. Παρότι σχετικές νύξεις είχε κάνει ήδη από το 1988, ήταν μετά τις αποκαλύψεις Αντρεότι, το 1990, που ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωσε ότι έχει εξαρθρώσει το δίκτυο, έχοντας χαρτογραφήσει όλες τις κρύπτες και καταστρέφοντας τα όπλα, τους ασυρμάτους, αλλά και τους σχετικούς φακέλους εντός τους, ύστερα από συνεννόηση με τους αμερικάνους.14

Οι αποκαλύψεις για τις επιχειρήσεις stay behind σε 16 χώρες έδειξαν ότι το διεθνές δίκτυο παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων είχε την ευθύνη για τρομοκρατικές επιθέσεις (που αποδίδονταν ψευδώς στους κομμουνιστές κάθε χώρας), δολοφονίες, πραξικοπήματα, πογκρόμ και την οργάνωση και εκπαίδευση φασιστικών ομάδων. Έκτοτε, αλλά ιδίως εκείνη την περίοδο, ήταν πάρα πολύ συχνό να ερμηνεύεται οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια είτε ως προβοκάτσια, είτε ως αποτέλεσμα εμπλοκής τρίτης χώρας στα εσωτερικά πράγματα, με απώτερες σκοπιμότητες.

Επιχείρηση Αρετή

Υπό αυτό το πρίσμα είδαν οι υπηρεσίες της εποχής, αλλά και πολλοί αναλυτές και πολιτικοί, σύγχρονοι και μεταγενέστεροι, την άνοδο του ελληνικού αντάρτικου πόλης από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 με πρωταγωνιστές κυρίως την Επαναστατική Οργάνωση «17 Νοέμβρη» και τον ΕΛΑ (Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα), αλλά και μικρότερες ομάδες όπως η Αντικρατική Πάλη, η «1η Μάη» και άλλες.

Κόντρα στην εντύπωση που επιμελώς καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια, η ακροδεξιά τρομοκρατία, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, είναι συντριπτικά μεγαλύτερη από τη δράση οργανώσεων άλλου ιδεολογικού προσανατολισμού.

Ωστόσο, πολλά — και συνήθως «τυφλά» — ήταν τα χτυπήματα από ακροδεξιές οργανώσεις της εποχής που συνδέονταν με διάφορους τρόπους με τη δράση της CIA στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η φασιστική οργάνωση «Νέα Τάξη» που εμπνεύστηκε το όνομά της από την ιταλική Ordine Nuovo. Η Ordine Nuovo αποκαλύφθηκε ότι ήταν αυτή που είχε τοποθετήσει τη βόμβα στην Piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, σκοτώνοντας 17 ανθρώπους, τραυματίζοντας 88 και ρίχνοντας για πολλά χρόνια την ευθύνη προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι αποκαλύψεις για την Gladio αργότερα έδειξαν ότι τα μέλη της Ordine Nuovo είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα λίγο πριν το χτύπημα, είχαν λάβει εκπαίδευση στα στρατόπεδα της χούντας και διατηρούσαν στενές σχέσεις με πρόσωπα του ελληνικού φασιστικού χώρου. Η ελληνική «Νέα Τάξη», αντίστοιχα, πραγματοποίησε μπαράζ επιθέσεων το 1976 σε αντίποινα για την εκτέλεση του χουντικού βασανιστή Ευάγγελου Μάλλιου.

Κόντρα στην εντύπωση που επιμελώς καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια, η ακροδεξιά τρομοκρατία, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, είναι συντριπτικά μεγαλύτερη από τη δράση οργανώσεων άλλου ιδεολογικού προσανατολισμού. Μάλιστα, φαίνεται να διχάζει ακόμα και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, με ένα κομμάτι της να διατηρεί στενές σχέσεις με τις εν λόγω ομάδες και στελέχη όπως ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Σόλων Γκίκας να αρνούνται να τις αντιμετωπίσουν ως κίνδυνο.

Ωστόσο, με την πύκνωση των επιθέσεων όσο προχωράει η δεκαετία και δύο μήνες μετά την τοποθέτηση βόμβας από τον μετέπειτα αρχηγό της Χρυσής Αυγής Νίκο Μιχαλολιάκο στον κινηματογράφο «Έλλη», η κυβέρνηση Καραμανλή στις 4 Μαΐου 1978 θα εισάγει τον πρώτο «τρομονόμο» στη σύγχρονη Ιστορία, ο οποίος όμως θα θεωρηθεί παραβιαστικός θεμελιωδών δημοκρατικών ελευθεριών από το ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά και θα καταργηθεί το 1983. Φυσικά, ο 774/1978 περιείχε προβλέψεις που θα αντιστοιχούσαν σε ένα νέο «Ιδιώνυμο», με το οποίο θα επιτρέπονταν οι ιδεολογικές διώξεις της Αριστεράς, ενώ ποινικοποιούσε μέχρι και τον «εγκωμιασμόν» των ενεργειών που θα έκρινε ως τρομοκρατικές.

Παρότι στην πρώτη τετραετία του, το ΠΑΣΟΚ επέλεξε να καταργήσει τον τρομονόμο, στη δεύτερη και ιδίως μετά τη σύσταση της ΕΥΠ, της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας και των ΕΚΑΜ (της αντιτρομοκρατικής μονάδας που προέκυψε από τη συγχώνευση των ΜΕΑ και ΤΕΙΑ όταν έγινε η ενοποίηση της ΕΛΑΣ), έχοντας πια έναν κάποιο κύκλο εμπιστοσύνης στις μυστικές υπηρεσίες και τα σώματα ασφαλείας, ο Ανδρέας Παπανδρέου αρχίζει ένα ανεξέλεγκτο κυνηγητό για την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» που περιλαμβάνει μαζικές συλλήψεις στη βάση του ιδεολογικού προφίλ ατόμων που ουδεμία σχέση είχαν τελικά με την οργάνωση. 

Την αρχή αυτής της περιόδου σηματοδοτούν οι λεγόμενες «επιχειρήσεις Αρετή» υπό την ηγεσία του κλαδάρχη Ασφάλειας Τάξης Μανώλη Μποσινάκη. Ήταν καταδρομικές επιθέσεις με τη συμμετοχή των ΜΑΤ και ΜΕΑ στα Εξάρχεια, ο χαρακτήρας των οποίων αποσκοπούσε στο να κατευνάσει τις πιέσεις των ΗΠΑ για εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» με τη χαρτογράφηση του αντιεξουσιαστικού χώρου μέσα από συλλήψεις. Είναι ουσιαστικά ο πρόδρομος της πρακτικής που θα εγκαθιδρυθεί αργότερα, το 1995, με τις «δεξαμενές υπόπτων».

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, εκτός από το σκάνδαλο Κοσκωτά, δέχεται πιέσεις και για το θέμα της «17 Νοέμβρη», τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από τους συγγενείς των θυμάτων της και την αντιπολίτευση, σε τέτοιο βαθμό που στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 θα φτάσει να κατηγορείται ευθέως ο διοικητής της ΕΥΠ Κώστας Τσίμας και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ για συνεργασία με την οργάνωση. Είναι η ίδια περίοδος που οι πολιτικές γελοιογραφίες παίζουν με τη γνωστή φράση «ακουμπάμε τους τρομοκράτες» – το μάντρα που επαναλάμβαναν κυβερνητικά και αστυνομικά στελέχη προκειμένου να διαψεύσουν τις κατηγορίες περί απραξίας.

Το κράτος είστε εσείς

Η εκλογή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία το 1990, αμέσως μετά τις κυβερνήσεις του «βρώμικου ‘89», σηματοδοτεί την ανάσχεση αρκετών κατακτήσεων στην ως τότε πορεία του, έστω ατελούς, «εκδημοκρατισμού». Δεν είναι μόνο η πλήρης ασυδοσία στην αστυνομική βία που εξαπολύεται από τα ΜΑΤ κατά συνδικαλιστών και άλλων διαδηλωτών, η οποία επιβραβεύεται με τη γνωστή, πολυσυζητημένη ρήση του Μητσοτάκη, απευθυνόμενου προς τους αστυνομικούς, «το κράτος είστε εσείς»· ούτε μόνο κομβικά γεγονότα όπως η δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα από το στέλεχος της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας Γιάννη Καλαμπόκα…

Αυτό που στην κυβέρνηση Μητσοτάκη έδειχνε να θυμίζει περισσότερο τα σημεία συνέχειας της μεταπολιτευτικής ΝΔ με την πολιτική ανωμαλία των προηγούμενων δεκαετιών ήταν η πολιτική της στις μυστικές υπηρεσίες, με πρωταγωνιστή τον στενό συνεργάτη του Μητσοτάκη, Νίκο Γρυλλάκη. Ο Γρυλλάκης είχε πρωτομπεί στην ΚΥΠ το 1965 και υπηρέτησε στο Τμήμα Αντικατασκοπείας αδιάκοπα μέχρι να τον οδηγήσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην αποστράτευση. 

Από εκείνη τη στιγμή, έγινε σύμβουλος ασφαλείας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά είχε και έναν επιπρόσθετο, πιο σημαντικό ρόλο: έχοντας εκπαιδευτεί νεαρός από τη CIA και διατηρώντας δεσμούς μαζί της, θα λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αμερικανική υπηρεσία και τον Μητσοτάκη. Όπως αποκάλυψε, μάλιστα, ο ίδιος ο Γρυλλάκης σε συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά για την εκπομπή Φάκελοι το 2001, η CIA είχε δηλώσει την προθυμία της να βοηθήσει τον Μητσοτάκη να κερδίσει τις εκλογές του 1989, πρόσκληση στην οποία ο ίδιος ο μετέπειτα πρωθυπουργός φαίνεται να είχε απαντήσει θετικά.15

Παρότι μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο με ποιους ακριβώς πόρους υλοποιήθηκε αυτό το σχέδιο, ο Γρυλλάκης ήδη από το 1986, όταν η ΕΥΠ αντικατέστησε την ΚΥΠ, φέρεται να έχει στήσει μια ιδιωτική «υπηρεσία πληροφόρησης» για λογαριασμό του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία προβαίνει σε υποκλοπές και παρακολουθήσεις με αρκετά ευρεία δικαιοδοσία: από την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» μέχρι τους πολιτικούς του αντιπάλους εντός κι εκτός του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Οι υποκλοπές αποκαλύπτονται λίγο πριν την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, πράγμα που αφήνει τον ίδιο τον τότε πρωθυπουργό μάλλον ατάραχο. Η μόνη του κίνηση είναι να αλλάξει τον τίτλο του Γρυλλάκη από «σύμβουλο του πρωθυπουργού» σε «σύμβουλο του αρχηγού του κόμματος».16

Η «λίστα Γρυλλάκη» είναι μια έκθεση που έχει καταρτίσει με την παράλληλη ΕΥΠ του, η οποία υποστηρίζει ότι έχει χαρτογραφήσει τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που συνδέονται με τη «17 Νοέμβρη».

Πέρα από την ιδιωτική ΕΥΠ του Γρυλλάκη που έχει στήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη δίπλα στην κανονική ΕΥΠ, εμφανίζεται και μια τρίτη υπηρεσία. Παρότι μόλις πρόσφατα ο υπουργός Εθνικής Άμυνας είχε παραδεχτεί τα εγκλήματα της CIA στην Ελλάδα, αυτό δεν εμπόδισε την κυβέρνηση να δώσει «λευκή επιταγή» στη CIA να πραγματοποιήσει τις δικές της έρευνες σε ελληνικό έδαφος για την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη». Αυτή η «άνοιξη των κατασκόπων» λήγει με την αλλαγή της κυβέρνησης και την επάνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία, ο οποίος αφαιρεί από τη CIA την άδεια να διεξάγει τις δικές της έρευνες.

Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εκεί. Το 2002, παραμονές της εξάρθρωσης της οργάνωσης, η εφημερίδα Το Καρφί θα δημοσιεύσει την περιβόητη «λίστα Γρυλλάκη». Είναι μια έκθεση που έχει καταρτίσει με την παράλληλη ΕΥΠ του, η οποία υποστηρίζει ότι έχει χαρτογραφήσει τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που συνδέονται με τη «17 Νοέμβρη». Τα 174 ονόματα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τον Κώστα Λαλιώτη, τον Αντώνη Λιβάνη, τον Σήφη Βαλυράκη, τα περισσότερα πρωτοκλασάτα στελέχη του κόμματος και φυσικά, τον πρώην διοικητή της ΕΥΠ επί Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Τσίμα. Οι ισχυρισμοί είναι τόσο εξωφρενικοί που ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, ως εκπρόσωπος τύπου της Νέας Δημοκρατίας τότε, δήλωνε ότι «σενάρια τύπου Τζον Λε Καρέ, όπως ευθύς εξ αρχής τα χαρακτήρισε η Νέα Δημοκρατία, όταν άλλοι τα υιοθετούσαν, δεν χρήζουν σοβαρής ενασχόλησης».17

Η λίστα Γρυλλάκη είχε μια τραγικωμική πορεία. Ο Γρυλλάκης φέρεται να διαβίβασε τη λίστα στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος με τη σειρά του τη διαβίβασε στους «αμερικάνους», χωρίς να ξεκαθαρίζεται αν εννοείται η CIA ή η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα. Ο Μητσοτάκης αρνήθηκε ότι παρέλαβε ποτέ τέτοια λίστα. Ωστόσο, ο αμερικανός πρεσβευτής Τόμας Νάιλς όχι απλά παρέλαβε τη «λίστα Γρυλλάκη» αλλά αποκάλυψε ότι την παρέδωσε ο ίδιος στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. 

Μετά τη σύλληψη των μελών της «17 Νοέμβρη» το καλοκαίρι του 2002, ο Τόμας Νάιλς εξακολουθούσε να δηλώνει: «Πίστευα ότι η αντίδραση της κυβέρνησης δεν ήταν η απαιτούμενη και ότι πρέπει να υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση από το να δεχτούμε ότι οι τρομοκράτες ήταν πολύ έξυπνοι και οι αστυνομικοί ανόητοι. Και το πιστεύω ακόμη. Υπάρχει κάτι περίεργο. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς είναι. Αν κοιτάξουμε πίσω στο 1974, όταν το ΠΑΚ μετατράπηκε σε ΠΑΣΟΚ, ενδεχομένως ένα τμήμα του ΠΑΚ να μετατράπηκε σε 17Ν. Το ερώτημα είναι ποιες είναι οι σχέσεις αυτής της οργάνωσης με το ΠΑΣΟΚ».18

Λίγη ακόμη αλλαγή

Μπορεί η δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ να αναλώθηκε στην αντιπολίτευση της αντιπολίτευσης για τη «17 Νοέμβρη» και το Σκάνδαλο Κοσκωτά και άρα η αστυνομική μεταρρύθμιση να αφορούσε κυρίως την αντιτρομοκρατική και κατασκοπευτική δράση των σωμάτων ασφαλείας, αλλά οι θεσμικές εκκρεμότητες δεν τελείωσαν με την ενοποίηση της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων υπό την ΕΛΑΣ. Τουναντίον, η επάνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1993 για τη μακρύτερη παραμονή του στην εξουσία ως το 2004, ήρθε και με μια σειρά αλλαγών στην αστυνόμευση, τόσο διοικητικών όσο και επί του πεδίου.

Στο επιχειρησιακό πεδίο, η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη να επιτίθεται βίαια σε συνδικαλιστές συνεχίζεται και επί των ημερών της επόμενης κυβέρνησης.

Μία πρώτη — και πιθανώς η βασικότερη — τέτοια εκκρεμότητα αφορούσε το ζήτημα του συνδικαλισμού. Ένω η πρώτη νύξη είχε γίνει από το 1982 και ενώ οι πρώτες ενώσεις αστυνομικών (χωρίς ιδιαίτερη δικαιοδοσία ακόμα) είχαν φτιαχτεί από το 1988, τόσο η κυβέρνηση Παπανδρέου όσο και η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχαν αντιμετωπίσει περιφρονητικά ή ενίοτε και εχθρικά το θέμα. Ωστόσο, το 1994, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης της τρίτης κυβέρνησης Παπανδρέου, Στέλιος Παπαθεμελής, ξεκίνησε να καταρτίζει νομοσχέδιο με το οποίο θα αναγνωρίζονταν τελικά συνδικαλιστικά δικαιώματα — αν και εξαιρετικά περιορισμένα σε σχέση με τα υπόλοιπα επαγγέλματα. 

Ο νόμος τελικά ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 1994. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς είχε προηγηθεί ο νόμος 2226, προβλέποντας ότι εφεξής, στις αστυνομικές σχολές θα μπορούσε να εισέλθει κανείς μόνο μέσω πανελληνίων εξετάσεων.

Στο επιχειρησιακό πεδίο, η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη να επιτίθεται βίαια σε συνδικαλιστές συνεχίζεται και επί των ημερών της επόμενης κυβέρνησης. Τον Μάρτιο του 1995, επί υπουργίας Παπαθεμελή, τα ΜΑΤ επιτίθενται βίαια σε διαδήλωση συνταξιούχων, ενώ έναν μήνα αργότερα ο Παπαθεμελής παραιτείται, αρνούμενος κατά τα λεγόμενά του να υπακούσει στη διαταγή της κυβέρνησης να ξεφουσκώσουν τα ΜΑΤ τα λάστιχα των τρακτέρ στα μπλόκα των αγροτών. Τη θέση του παίρνει ο μέχρι τότε υφυπουργός Σήφης Βαλυράκης και αργότερα, μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Κώστα Σημίτη τον Ιανουάριο του 1996, ο Γιώργος Ρωμαίος, ο οποίος συνεχίζει την πάταξη των συνδικαλιστικών δράσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι επί Ρωμαίου στα αγροτικά μπλόκα τον χειμώνα του 1996, οι αστυνομικοί διατάσσονται να ρίξουν ζάχαρη στις μηχανές των τρακτέρ για να τα καθηλώσουν.

Η ενδιάμεση 9μηνη θητεία του Σήφη Βαλυράκη, ωστόσο, παρότι βραχεία, αποτελεί σημείο καμπής για την αστυνόμευση στην Ελλάδα. Στις 17 Νοεμβρίου του 1995, εκατοντάδες διαδηλωτών, ύστερα από σφοδρές συγκρούσεις που φαίνεται να προκάλεσαν οι δυνάμεις των ΜΑΤ στην πορεία του Πολυτεχνείου, καταλαμβάνουν το κτίριο του ΕΜΠ στη Στουρνάρη. Σε διαπραγματεύσεις με τις αρχές δηλώνουν ότι θα αποχωρήσουν από τον χώρο, αν υποχωρήσουν πρώτα τα ΜΑΤ ώστε να αποφευχθούν οι συγκρούσεις. Η αστυνομία απορρίπτει την πρόταση και το πρωί της 18ης Νοεμβρίου πραγματοποιεί εισβολή με κοινή δράση των ΜΑΤ και των ΕΚΑΜ στον χώρο του Πολυτεχνείου και ξυλοκοπεί βάρβαρα τους παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων και ουκ ολίγους ανήλικους. Ο αριθμός των συλληφθέντων υπολογίζεται μεταξύ 480 και 518.

Κατάληψη Πολυτεχνείου 1995

Κατάληψη Πολυτεχνείου 1995

Οι συλληφθέντες μεταφέρονται στη ΓΑΔΑ, βασανιζόμενοι μέσα στις κλούβες όπως καταγγέλουν πολλοί εξ αυτών, όπου γίνεται εξαντλητική καταγραφή των προσωπικών τους στοιχείων και λαμβάνονται δακτυλικά αποτυπώματα. Παράλληλα, μοιράζονται στους συλληφθέντες ερωτηματολόγια που έχει αποστείλει εκτάκτως το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, πριν λήξει το αυτόφωρο, με ερωτήσεις κοινωνιολογικού χαρακτήρα. Όπως θα εξηγήσει αναδρομικά το 2008 σε συνέντευξή του στον Τάσο Τέλλογλου ο Σήφης Βαλυράκης, «μετά τη δακτυλοσκόπηση, τη φωτογράφηση, τη σήμανση όλων αυτών, είχαμε μία πολύ καθαρή εικόνα ενός χώρου, που θεωρείται χώρος γνωστών αγνώστων και κανείς δεν μπορούσε να ξέρει με ακρίβεια από ποιους απετελείτο».

Οι συλλήψεις του Πολυτεχνείου, αλλά και άλλες έρευνες της Ασφάλειας σε συνεργασία με πανεπιστήμια αποτελούν τη στιγμή της πραγματικής γέννησης των λεγόμενων «δεξαμενών υπόπτων». Αυτή η πρακτική πρόδηλου profiling θα καθιερωθεί τα επόμενα χρόνια μέσα από προληπτικές «προσαγωγές» και θα χρησιμοποιηθεί πολλάκις ιδίως μετά τον Δεκέμβριο του 2008, ώστε να αντιστοιχηθούν αυθαίρετα «δράστες» σε ποινικές πράξεις, οδηγώντας σε αμφίβολης ποιότητας αστυνομικές έρευνες, συλλήψεις, κακοδικίες και καταδίκες.

Η «προσαγωγή» θα αποτελέσει τη βασική καινοτομία της αστυνόμευσης από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Παρότι η νομιμότητά της έχει αμφισβητηθεί από μεγάλο μέρος του νομικού κόσμου και ενώ από το 1991 που θεσπίστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη μέχρι το 2004 εκδόθηκαν συνολικά 13 προεδρικά διατάγματα που επανακαθορίζουν κάθε φορά τα καθήκοντα του αστυνομικού, η προσαγωγή παραμένει και μάλιστα ως πρακτική διευρύνεται όλο και περισσότερο. Μέχρι σήμερα, οι «δεξαμενές υπόπτων» που εξυπηρετούνται από τις προσαγωγές, αποτελούν το βασικό μοχλό αυθαιρεσίας της αστυνομίας (και ιδίως της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας) απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο.19

Αδιάφθοροι

Η άλλη καινοτομία που θα εισαχθεί εκείνη την περίοδο προκύπτει σχεδόν κατά τύχη. Ξεκινάει τον Αύγουστο του 1996, όταν συλλαμβάνονται στην Κυψέλη ο συνταξιούχος αστυνομικός Παναγιώτης Γούσης και ο έμπορος Δημήτρης Τσιρτίκος, κουβαλώντας μια βαλίτσα με 5.000.000 δραχμές σε μετρητά. Κατά την ανάκρισή του, ο Γούσης δηλώνει ότι τα χρήματα προορίζονται για ανώτατους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ, ενώ οι έρευνες στο σπίτι του Γούση εντοπίζουν έναν κατάλογο με ονόματα νυχτερινών κέντρων, χρηματικά ποσά και ονόματα αστυνομικών. Υπό μυστηριώδεις συνθήκες, η έρευνα της ΕΛΑΣ «παγώνει» και στους συλληφθέντες απαγγέλεται μια λιτή κατηγορία για απόπειρα δωροδοκίας.

Το 1997, όμως, παραμονές των κρίσεων που θα αναδείξουν τους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ, ένας φάκελος φτάνει στα γραφεία των εφημερίδων, που περιλαμβάνει τα ονόματα 118 διευθυντών και 190 υποδιευθυντών, των οποίων αποτυπώνονται οι πολιτικές πεποιθήσεις και τα βιογραφικά στοιχεία, ενώ σε αρκετούς από αυτούς γίνεται αναφορά και σε εμπλοκή σε υποθέσεις διαφθοράς. Η ΕΔΕ που διατάσσεται αυτοστιγμεί βρίσκει τελικά ότι ο συντάκτης της λίστας είναι ένας αστυνομικός που υπηρετεί στην Ασφάλεια της Βουλής, ονόματι Ανδρέας Σουλτάτος.

Ο Σουλτάτος αποτάσσεται από το σώμα, ενώ δέχεται αγωγές από στελέχη που είδαν το όνομά τους στη λίστα, με το επιχείρημα ότι αυτή η πράξη του Σουλτάτου επηρέασε τις επιδόσεις τους στις κρίσεις του 1997. Μετά από μερικούς μήνες, ο Σουλτάτος επιστρέφει στο Σώμα και τοποθετείται στο Τμήμα Αλλοδαπών. Κατά τη διάρκεια όμως των ερευνών για το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, ο Σουλτάτος καταθέτει ότι έχει γνώση για την ύπαρξη ενός κυκλώματος έκδοσης πλαστών αδειών σε αλλοδαπούς. 

Οι κατηγορίες επιβεβαίωναν την ύπαρξη κυκλώματος για την έκδοση αδειών παραμονής με το αζημίωτο, αλλά και ένα ολόκληρο δίκτυο που πουλούσε προστασία σε νυχτερινά κέντρα και οίκους ανοχής.

Το 1998, τα στοιχεία για την ύπαρξη κυκλώματος έκδοσης αδειών παραμονής σε αλλοδαπούς επί πληρωμή τίθενται υπόψη του εισαγγελέα Γιώργου Γεράκη. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ο Γεράκης ξεκίνησε την έρευνά του εισβάλλοντας αιφνιδιαστικά στο κτίριο της Κρατικής Ασφάλειας, το οποίο διέταξε να σφραγιστεί μέχρι να αποσπάσει τα έγγραφα και στοιχεία που του ήταν απαραίτητα.

Η έρευνα Γεράκη κατέληξε σε βατερλό για την Ελληνική Αστυνομία. Οι κατηγορίες επιβεβαίωναν την ύπαρξη κυκλώματος για την έκδοση αδειών παραμονής με το αζημίωτο, αλλά και ένα ολόκληρο δίκτυο που πουλούσε προστασία σε νυχτερινά κέντρα και οίκους ανοχής. Διώξεις ασκήθηκαν στον πρώην αρχηγό της ΕΛΑΣ Θανάση Βασιλακόπουλο, στον διάδοχό του Ιωάννη Γεωργακόπουλο, στον τέως Διευθυντή Ασφάλειας Αττικής Ιωάννη Παπαδάκη, στον σύμβουλο του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γιώργο Φλωρέντη, στον διευθυντή Κρατικής Ασφάλειας, σε υποδιευθυντές, ταξίαρχους, στελέχη του τμήματος Αλλοδαπών και άλλους, μεταξύ των οποίων και ο τότε διοικητής του ΑΤ Φιλοθέης Σπύρος Παπαχρήστου, ο οποίος απομακρύνθηκε από το σώμα και δολοφονήθηκε το 2018 υπό μυστηριώδεις συνθήκες έξω από ταβέρνα στην Κάντζα.

Οι έρευνες του Γεράκη μπορεί να απέδωσαν καρπούς σε τίτλους των ΜΜΕ για «εμπλοκή» υψηλόβαθμων της ΕΛΑΣ σε κυκλώματα διαφθοράς, όμως η μακρά δικαστική εξέλιξη για τους περισσότερους κατέληξε σε αθωώσεις. Παράλληλα, η έρευνα Γεράκη κατηγορείται από τους φίλα προσκείμενους στο ΠΑΣΟΚ ότι έχει αποκλειστικό σκοπό να δημιουργήσει την εντύπωση της «κάλυψης» του κυκλώματος από τον Γιώργο Ρωμαίο, ο οποίος σε δήλωσή του αναρωτιέται γιατί η έρευνα των εισαγγελικών αρχών σταματάει στο 1993 και δεν πηγαίνει προς τα πίσω.

Υπήρξε, ωστόσο, κάτι που έμεινε από το μερικώς εξιχνιασμένο κύκλωμα διαφθοράς στην ΕΛΑΣ. Η ίδρυση της περιβόητης Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων το 1999, των λεγόμενων «αδιάφθορων» της ΕΛΑΣ που είναι επιφορτισμένοι με τη διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς μέσα στα σώματα ασφαλείας. 

Εισηγούμενος το νομοσχέδιο στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Καρακώστας θα πει: «Πληροφορούμαστε από τα Μ.Μ.Ε., ότι αστυνομικοί, με αντιπαροχή την αμοιβή, συνεργάζονται με κυκλώματα που έχουν σχέση με τη διακίνηση, διάθεση και εμπορία ναρκωτικών, την παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων (αρχαιοκαπηλία), την παράνομη συναλλαγή με αλλοδαπούς που εισέρχονται και διαβιούν λαθραίως στη χώρα μας, την παροχή προστασίας σε λέσχες τυχερών παιχνιδιών και κέντρων διασκέδασης, την κάλυψη της παρανομίας. […] Παρόλα αυτά, δεν έχουμε το δικαίωμα, με μεγάλη ευκολία, να καταλογίζουμε ενοχές σε όλους τους αστυνομικούς και να τους αποδίδουμε το χαρακτηρισμό του “διεφθαρμένου”. Αυτό θα ήταν όχι μόνο συκοφαντικό, αλλά και θλιβερό για μια πολιτισμένη και δημοκρατική πολιτεία. Οι αστυνομικοί στη μέγιστη πλειοψηφία τους είναι αφοσιωμένοι στα καθήκοντά τους και εκπληρώνουν στο ακέραιο την αποστολή τους. Μόνο μια μικρή μερίδα επίορκων, με τη συμπεριφορά της, πλήττει ανεπανόρθωτα αρχές και αξίες που είναι αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία της Αστυνομίας».

Το αφήγημα των «μεμονωμένων περιστατικών» για κάθε κακώς κείμενο που έρχεται στην επιφάνεια για την αστυνομία, έμελλε να γίνει εξαιρετικά δημοφιλές εφεξής.

Για τη διάθεση των δικαστικών αρχών απέναντι στην αστυνομία, θα αρκούσε μια ματιά στη λειτουργία της νεοσύστατης Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που κλήθηκε να πατάξει τη διαφθορά. Το 2002, παρουσιάζοντας την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Υπηρεσίας στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ο επικεφαλής του Εσωτερικών Υποθέσεων Βασίλης Τσιατούρας σημείωνε ότι είχε προσκομίσει 180 υποθέσεις στις εισαγγελικές αρχές, το ¼ των οποίων αφορούσε κακουργήματα στα οποία εμπλέκονταν 48 ανώτεροι και 52 κατώτεροι αξιωματικοί της ΕΛΑΣ. Από τις 180 υποθέσεις, μόνο οι αυτόφωρες, 8 τον αριθμό, είχαν φτάσει στις δικαστικές αίθουσες. Οι υπόλοιπες έμεναν στο συρτάρι αναμένοντας τακτικές δίκες, αντιμετωπίζοντας έναν πολύ ορατό κίνδυνο: «όταν υπάρχουν αποδεδειγμένα διεφθαρμένοι αστυνομικοί και καθυστερούν οι δίκες, οι μάρτυρες “τα γυρνούν” και οι υποθέσεις ξεθυμαίνουν» θα πει στη Βουλή ο Τσιατούρας.20

Τόσο οι έρευνες του εισαγγελέα Γεράκη, όσο και το έργο των «αδιάφθορων» της ΕΛΑΣ θα βρουν “τοίχο” μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Έξω από αυτές, δε, και με τα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης να αλλάζουν λόγω των εξελίξεων στην Ασία και την Αφρική, πληθαίνουν συνεχώς οι καταγγελίες για βασανισμούς μεταναστών στα χέρια της Αστυνομίας. Παράλληλα, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και κυρίως μέσα στη δεκαετία του 2000, πληθαίνουν τα περιστατικά και τα δημοσιεύματα που δείχνουν ακροδεξιούς πυρήνες μέσα στην αστυνομία και περιπτώσεις συνεργασίας με τις νεοναζιστικές οργανώσεις όπως η Χρυσή Αυγή.

Πραιτωριανοί

Αυτά τα φαινόμενα φαίνεται να συνδέονται στενά με την εσωκομματική ανταρσία της ακροδεξιάς της Νέας Δημοκρατίας ενάντια στην στροφή προς το κέντρο που επιχειρεί ο Κώστας Καραμανλής. Μετά την ήττα της ΝΔ στις εκλογές του 2000, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με την οικογένεια Μητσοτάκη και τον Μιλτιάδη Έβερτ, αρχίζει να επιτίθεται δημοσίως στην ηγετική ομάδα του κόμματος, με αποτέλεσμα να διαγραφεί από τον Καραμανλή το 2000. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, συσπειρώνοντας μεγάλο μέρος της ακροδεξιάς εντός κι εκτός ΝΔ, δημιούργησε τον ΛΑΟΣ (Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό) που θα πρωταγωνιστούσε στα γεγονότα της επόμενης δωδεκαετίας.

Το στίγμα του ΛΑΟΣ, παρά τα μικρά του ποσοστά, ήταν καθοριστικό στο να εντείνει την ξενοφοβία στον πολιτικό διάλογο και να ενδυναμώσει τις εκκλήσεις υπέρ του δόγματος «νόμος και τάξη». Από νωρίς μετά την αποχώρησή του, ο Καρατζαφέρης διατύπωσε ως στρατηγικό του όραμα αυτό της «δεξιάς πολυκατοικίας», την προοπτική δηλαδή ενός κυβερνητικού συνασπισμού δεξιάς και ακροδεξιάς με την ανάλογη ατζέντα σε θέματα δικαιωμάτων, ελευθεριών και οικονομίας — την επαναφορά δηλαδή στη ΝΔ των Μητσοτάκη και Έβερτ.

«Η Αστυνομία είναι υποχρεωμένη να δράσει και όταν έχουμε έγκλημα και μια αστυνομία που δρα, μπορεί να πεθάνουν κι αθώοι»

Άδωνις γεωργιαδησ

Η αστυνόμευση ήταν στο επίκεντρο αυτής της ατζέντας. Ο Καρατζαφέρης ως πρόεδρος του ΛΑΟΣ πραγματοποιούσε συχνές επισκέψεις σε αστυνομικά τμήματα, έκανε δωρεές εξοπλισμού στην ΕΛΑΣ, ουκ ολίγοι αστυνομικοί συμπεριλαμβάνονταν στα ψηφοδέλτιά του, ενώ τόσο από τη συχνότητα του ΤΗΛΕΑΣΤΥ, όσο κι από το βήμα της Βουλής από το 2007 και μετά, ο ίδιος και τα στελέχη του έθεταν τακτικά αιτήματα για την επέκταση της καταστολής: από την παρέμβαση της αστυνομίας σε εργοδότες που απασχολούν «λαθρομετανάστες» μέχρι τον έπαινο αστυνομικών που εμφανίζονται σε βίντεο να βασανίζουν μετανάστες.21

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από εκπομπή του Άδωνι Γεωργιάδη, μετά τον θάνατο του περαστικού 25χρονου Νίκολα Τόντι από διαφυγόντα πυρά αστυνομικών σε συμπλοκή στον Βύρωνα το 2010, όπου ζητάει ένα «μοντέλο Τζουλιάνι» για την αστυνόμευση στην Ελλάδα, συμπληρώνοντας ότι κακώς ασκείται κριτική στην Αστυνομία, καθώς «η Αστυνομία είναι υποχρεωμένη να δράσει και όταν έχουμε έγκλημα και μια αστυνομία που δρα, μπορεί να πεθάνουν κι αθώοι».22

Πιθανώς όμως η πλέον καθοριστική στιγμή για την αστυνόμευση στη δεκαετία του 2000 να ήταν η ανάθεση του υπουργείου Δημόσιας Τάξης στον Βύρωνα Πολύδωρα με τον πρώτο ανασχηματισμό της κυβέρνησης Καραμανλή, τον Φεβρουάριο του 2006. Παρότι είχαν αρχίσει να πυκνώνουν οι καταγγελίες για ανεξέλεγκτη αστυνομική βία κατά μεταναστών, ο ίδιος έδωσε εξαρχής το στίγμα της πολιτικής του, όταν ανέλαβε. Απευθυνόμενος στους ένστολους, τους αποκάλεσε «praetores urbanus» (από τους Πραιτωριανούς σωματοφύλακες των Αυτοκρατόρων στην αρχαία Ρώμη) και ευχαρίστησε τον Θεό που τον έφερε «να διοικεί ένα αρχηγείο αστέρων».

Το εμπρηστικά ακροδεξιό πρόσημο της θητείας Πολύδωρα στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης δεν αποτυπωνόταν μόνο στους χαρακτηρισμούς που απηύθυνε στους πολιτικούς του αντιπάλους του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ ως «φίλους των αντιεξουσιαστών» ή «έκνομους», ούτε μόνο στα ρατσιστικά σχόλια με τα οποία αντιμετώπιζε τις καταγγελίες περί βίας της αστυνομίας κατά μεταναστών· εκ των υστέρων, και πρωτίστως μέσα από τις πολιτικές του επιλογές, ο Πολύδωρας αποδείχθηκε το προμήνυμα κινδύνου του τέλους της Μεταπολίτευσης που πλησίαζε έρποντας. Επικροτώντας ανοιχτά και δημοσίως την ασυδοσία των αστυνομικών, ήταν ο πρώτος υπουργός από το 1981 και μετά που απελευθέρωσε πλήρως την αστυνομική βία από κάθε πρόσχημα νομιμότητας. 

Οι διστακτικές μεταρρυθμίσεις που είχαν ξεκινήσει στα σώματα ασφαλείας τη δεκαετία του 1980 και συνεχίστηκαν στα μέσα του 1990 είχαν πλέον όχι μόνο ανασχεθεί αλλά ξεκινούσαν να ακυρώνονται στην πράξη.

Χαρακτηριστικά της εποχής είναι τα βίντεο με τους βασανισμούς των κρατουμένων μεταναστών στο ΑΤ Ομόνοιας, οι καταγγελίες για το ξεγύμνωμα ανήλικων παιδιών τα οποία οι ένστολοι έβαζαν να τριγυρνάνε γυμνά μέσα στο δωμάτιο, το αγνώριστο από το ξύλο πρόσωπο του φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου και η πρωτοφανής βία που εξαπέλυσαν τα ΜΑΤ κατά των φοιτητών που διαδήλωναν ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 2006-2007. Την ίδια περίοδο, μάλιστα, αρχίζει να εμφανίζεται και η αλόγιστη υπεράσπιση της αστυνομικής βίας από τα ΜΜΕ που έκτοτε θα γιγαντωθεί.

Ο διάδοχός του Πολύδωρα, Προκόπης Παυλόπουλος, που ως υπουργός Εσωτερικών επιφορτίστηκε και με το χαρτοφυλάκιο της Δημόσιας Τάξης από τον Σεπτέμβριο του 2007 και μετά, ήταν πιο χαμηλών τόνων από τον προκάτοχό του αλλά στη βασική κατεύθυνση της αστυνόμευσης εξακολουθούσε να τηρεί τη γραμμή της κυβέρνησης Καραμανλή που πλαγιοκοπούνταν εκ δεξιών από το ΛΑΟΣ. Εξέφρασε άλλωστε ρητά την επιθυμία του να προσομοιάσει η Ελληνική Αστυνομία με τη γαλλική, η οποία είχε επιδείξει ουκ ολίγη βία κατά μεταναστών στις εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια το 2006.

Οι διστακτικές μεταρρυθμίσεις που είχαν ξεκινήσει στα σώματα ασφαλείας τη δεκαετία του 1980 και συνεχίστηκαν στα μέσα του 1990 είχαν πλέον όχι μόνο ανασχεθεί αλλά ξεκινούσαν να ακυρώνονται στην πράξη. Δεν ήταν μόνο ότι η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων αδυνατούσε να εξυγιάνει την ΕΛΑΣ μέσα από την ιδιότυπη ομερτά που επέβαλλε η εσωτερική της λειτουργία (με τη συνδρομή πάντα του δικαστικού συστήματος), ούτε μόνο το γεγονός ότι οι διαδοχικές πολιτικές ηγεσίας των σωμάτων ασφαλείας ανέχονταν την αστυνομική αυθαιρεσία, όταν δεν την επικροτούσαν κιόλας. Ήταν κι ότι από το 1999, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, στην πρώτη του θητεία ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, είχε βρει τον τρόπο να ακυρώσει τη μεταρρύθμιση του 1994 που προέβλεπε τη στελέχωση των σωμάτων ασφαλείας μέσα από πανελλήνιες εξετάσεις, εισάγοντας την ιδέα των «ειδικών φρούρων» που δεν ήταν ακριβώς «κανονικοί αστυνομικοί», αν εξαιρέσει κανείς τις εξουσίες πάνω στον πολίτη και την οπλοφορία.

Καθόλου τυχαίο δεν φαίνεται, έτσι, ότι ένας τέτοιος ειδικός φρουρός, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας, σκότωσε τον 15χρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στις 6 Δεκεμβρίου του 2008. Στη συνέχεια, η επιρροή της ακροδεξιάς στην αστυνομία γιγαντώθηκε, διαδοχικές κυβερνήσεις και δικαστήρια κανονικοποίησαν την αστυνομική αυθαιρεσία καλύπτοντας τους ένστολους, τα ΜΜΕ έχοντας πλέον υποταγεί πλήρως στην πολιτική εξουσία έκλεισαν κάθε δίοδο κριτικής στην ΕΛ.ΑΣ, οι κρίσεις του σώματος τελούνταν υπό εμφανέστατη πολιτική επιρροή, ο εξοπλισμός των σωμάτων ασφαλείας στρατιωτικοποίηθηκε, ενώ ξεπρόβαλλαν και συνεχίζουν να ξεπροβάλλουν ουκ ολίγα σώματα «ειδικών φρουρών» που παρέκαμπταν τις πανελλήνιες εξετάσεις, επιστρέφοντας στα δεδομένα της προ-δημοκρατικής εποχής της νεότερης Ελλάδας.

Στην πραγματικότητα, για τα σώματα ασφαλείας, αυτό το πισωγύρισμα σε νοσηρές εποχές χρειάστηκε να διανύσει σχετικά μικρή απόσταση. Ήδη από την άφιξη της δεκαετίας του 2000, όταν στο υπόλοιπο κράτος έπνεε «εκσυγχρονιστικός» άνεμος, η Αστυνομία είχε ξεκινήσει να επιστρέφει στα παλιά. Την ευνοούσε η ατελής Μεταπολίτευση που δεν την είχε αγγίξει παρά ελάχιστα.