Newsletter Κοινότητα EN | ΕΛ

Συντάκτης: The Manifold Files

    Ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στη Βουλή για τη διαρροή 70.000 αρχείων

    Δεκαπέντε βουλεύτριες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή για το θέμα της διαρροής 70.000 αρχείων με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα παιδιών και ενηλίκων.

    Με πρωτοβουλία της βουλεύτριας Επικρατείας Έλενας Ακρίτα, 15 βουλεύτριες και βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή για το θέμα της διαρροής 70.000 αρχείων με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, το οποίο ανέδειξε το δημοσίευμα του The Manifold.

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ:

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO-ΡΕΠΟΡΤΑΖ:

    Συζήτηση στη Βουλή για τη διαρροή 70.000 αρχείων

    Ο βουλευτής της Νέας Αριστεράς Νάσος Ηλιόπουλος έφερε στη Βουλή με επίκαιρη ερώτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης το θέμα της διαρροής 70.000 αρχείων με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα παιδιών και ενηλίκων.

    Ο βουλευτής της Νέας Αριστεράς Νάσος Ηλιόπουλος έφερε στη Βουλή με επίκαιρη ερώτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης το θέμα της διαρροής 70.000 αρχείων με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, το οποίο ανέδειξε το video-ρεπορτάζ του The Manifold.

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO:

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO-ΡΕΠΟΡΤΑΖ:

    Ανακοίνωση της Εταιρείας για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων

    Ανακοίνωση της Εταιρείας για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων.

    Ανακοίνωση της Εταιρείας για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, με θέμα: «Για τη δημοσιοποίηση αρχείων θεραπείας ανηλίκων και τις σοβαρές επιπτώσεις στην προστασία των παιδιών και εφήβων».

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO-ΡΕΠΟΡΤΑΖ:

    Επίκαιρη ερώτηση της Νέας Αριστεράς

    Επίκαιρη ερώτηση της Νέας Αριστεράς προς τον υπουργό Δικαιοσύνης με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων.

    Επίκαιρη ερώτηση προς τον υπουργό Δικαιοσύνης κατέθεσε στις 26 Ιανουαρίου 2026 η Νέα Αριστερά με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, με θέμα: «Η μαζική διαρροή άκρως ευαίσθητων δεδομένων ανηλίκων και θεραπευόμενων καταδεικνύει κρίσιμες θεσμικές ευθύνες και κατάρρευση της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου».

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ:

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO-ΡΕΠΟΡΤΑΖ:

    Ανακοίνωση του Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Ψυχολόγων

    Ανακοίνωση του Πανελληνίου Συλλόγου Νοσοκομειακών Ψυχολόγων με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων.

    Ανακοίνωση εξέδωσε στις 26 Ιανουαρίου 2026 ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, με θέμα: «Σοβαρή παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου και θεσμικά κενά στην προστασία θεραπευόμενων και επαγγελματιών».

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO-ΡΕΠΟΡΤΑΖ:

    Ανακοίνωση της Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος

    Ανακοίνωση της Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων.

    Ανακοίνωση εξέδωσε η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος στις 24 Ιανουαρίου 2026, με αφορμή το δημοσίευμα του The Manifold για τη διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα παιδιών και ενηλίκων, με θέμα: «Σοβαρά ερωτήματα για την εμπιστευτικότητα της ψυχοθεραπείας και της εν γένει φροντίδας ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων, την προστασία ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων και τα όρια της θεσμικής παρέμβασης».

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO-ΡΕΠΟΡΤΑΖ:

    4 Χρόνια «Νόμος Τσιάρα»: Εφαρμογή, συνέπειες, κριτική

    Συζήτηση για την εφαρμογή του νόμου της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας

    Την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025, η Επιτροπή για το Οικογενειακό Δίκαιο και την Συναινετική Συνεπιμέλεια διοργάνωσε συζήτηση με θέμα «Τέσσερα χρόνια νόμος Τσιάρα: εφαρμογή, συνέπειες, κριτική», στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

    ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO:

    Διαβάστε το ρεπορτάζ του The Manifold για το παρασκήνιο και τις μεθοδεύσεις της ψήφισης του νόμου για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια:

    Εις το όνομα του πατρός

    Οπαδός της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας και ο οδηγός της Πόρσε που σκότωσε τον 22χρονο στα Χανιά;

    Δεν είναι η πρώτη φορά που ο 45χρονος απασχολεί τις αρχές. Λίγους μόλις μήνες πριν το θανατηφόρο τροχαίο, είχε καταδικαστεί για ενδοοικογενειακή βία σε βάρος της συζύγου του και μητέρας του παιδιού τους. Ανακαλύψαμε ότι στη δικαστική του διαμάχη για την επιμέλεια και τη διατροφή του ανήλικου παιδιού, ξεσηκώνει όλο το εγχειρίδιο των «ενεργών μπαμπάδων», των ομάδων ανδρικών δικαιωμάτων δηλαδή που πίεσαν και πέτυχαν την ψήφιση του λεγόμενου «νόμου Τσιάρα» για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια.

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και του Αυγουστίνου Ζενάκου

    Η υπόθεση του 45χρονου κατηγορούμενου για το φονικό τροχαίο στα Χανιά, το οποίο κόστισε τη ζωή ενός 22χρονου άντρα, δικαίως απασχόλησε τη δημοσιότητα — κυρίως λόγω των παραλείψεων των αρχών που φέρονται να μπορούσαν να είχαν αποτρέψει το δυστύχημα, αν είχαν τηρήσει τον νόμο. 

    Υπάρχει, ωστόσο, μια παράλληλη πτυχή που αναδεικνύεται σ’ αυτή την υπόθεση, η οποία φωτίζει ένα πρόβλημα διαφορετικό, αν και όχι λιγότερο σοβαρό από την δολοφονική οδηγική συμπεριφορά και την ανοχή των αρχών σ’ αυτήν. Ίσως μάλιστα τα δύο να μην είναι τόσο διαφορετικά όσο εν πρώτοις μοιάζουν.

    Ο κατηγορούμενος για το τροχαίο είχε μια πολύ πρόσφατη καταδίκη για ενδοοικογενειακή βία. Συγκεκριμένα, η σύζυγός του τον είχε καταγγείλει ότι της είχε για πολλοστή φορά ασκήσει σωματική βία και μάλιστα μπροστά στην ανήλικη κόρη τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και την ιατροδικαστική έκθεση που διαπίστωσε τους τραυματισμούς, έκρινε αξιόπιστη την καταγγελία και καταδίκασε τον 45χρονο σε έναν χρόνο φυλάκιση. Αυτός άσκησε έφεση, στην εκδίκαση της οποίας εύλογα υποθέτει κανείς ότι θα επαναλάβει τον υπερασπιστικό ισχυρισμό που προέβαλε και στον πρώτο βαθμό: ότι η σύζυγός του κατασκεύασε την καταγγελία με στόχο να τον αποξενώσει από το παιδί του.

    Δεν μας κάνει εντύπωση, βέβαια, η επιστράτευση της ψευδοθεωρίας της «γονεϊκής αποξένωσης» ως υπερασπιστικής στρατηγικής, καθότι είναι γενικευμένη πλέον σε υποθέσεις όπου άντρες κατηγορούνται για ενδοοικογενειακή βία ή/και σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών τους. Αλλά και στο αστικό σκέλος της αντιδικίας, στις δικαστικές διαδικασίες δηλαδή που ρυθμίζουν το διαζύγιο που ζητάει η κακοποιημένη σύζυγος, την επικοινωνία του 45χρονου με την κόρη τους, αλλά και τη διατροφή που θα κληθεί να καταβάλει, η στρατηγική είναι επίσης γνωστή και δοκιμασμένη με επιτυχία σε πάμπολλες περιπτώσεις: ο καταδικασμένος, πλέον, για κακοποίηση ζητάει από το δικαστήριο να του αναθέσει τη συνεπιμέλεια της κόρης του. Παρά τα τεκμήρια, μάλιστα, ότι η ζωή του ήταν μάλλον πολυτελής, ισχυρίζεται ότι στερείται οικονομικής άνεσης και προτείνει να πληρώνει για τις ανάγκες της κόρης του 200 ευρώ τον μήνα.

    Τα επισημαίνουμε αυτά διότι πιστεύουμε ότι πολλοί και πολλές θα τους δώσουν όση βάση τους δώσουν μόνο επειδή ο συγκεκριμένος βγήκε να οδηγήσει την πόρσε του σε κατάσταση ακραίας μέθης και σκότωσε έναν νέο. Λιγότερες και λιγότεροι όμως θα αναλογιστούν ότι αν δεν είχε συμβεί το τραγικό δυστύχημα, αυτός, ο ίδιος άνθρωπος, θα πήγαινε ξανά σε λίγο καιρό στο δικαστήριο για να ενσαρκώσει τα λόγια που είχε ξεστομίσει ο βουλευτής της ΝΔ, Γιάννης Λοβέρδος, στη συζήτηση στη Βουλή για τον Νόμο Τσιάρα: ότι «επειδή βαράει τη γυναίκα του, δεν σημαίνει πως είναι και κακός πατέρας». Θα επέμενε ότι πρέπει να έχει τη συνεπιμέλεια της ανήλικης κόρης του, που τον έβλεπε να ξυλοφορτώνει τη μητέρα της, ή το λιγότερο να την υποδέχεται για διανυκτέρευση στο σπίτι του και να την πηγαίνει διακοπές. Θα επαναλάμβανε ότι η πόρσε του είναι μεταχειρισμένη, το σκάφος του σε συνιδιοκτησία και η επιχείρησή του πάει άσχημα, ότι είναι στη πραγματικότητα φτωχός και δεν έχει να δώσει διατροφή. Και ότι, στο κάτω κάτω, όλα αυτά είναι μια σκευωρία που έστησε η σύζυγός του για να του πάρει το παιδί του και τα λεφτά του.

    Και τα δικαστήρια θα τον άκουγαν. Όπως ακούνε τόσους και τόσους κακοποιητές κάθε μέρα. Που ευτυχώς τα θύματά τους δεν περιλαμβάνουν 22χρονους που είχαν την τραγική ατυχία να έρχονται από την άλλη μεριά του δρόμου. Αλλά που συχνά περιλαμβάνουν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που η δικαιοσύνη άφησε απροστάτευτα. Και που ακόμη κι αν δεν φτάσουν ως τον φόνο, θα συνεχίσουν να βασανίζουν γυναίκες και παιδιά, γιατί εισαγγελείς και δικαστές δεν εννοούν να καταλάβουν ότι η «γονεϊκή αποξένωση» και η «υποχρεωτική συνεπιμέλεια» είναι εργαλεία κακοποίησης στα χέρια αντρών που δεν τους καίγεται καρφί για τα παιδιά τους αλλά που εκδικούνται τις γυναίκες που τόλμησαν να «σηκώσουν κεφάλι».

    Εξώδικο ΑΜΚΕ «Ενεργοί Μπαμπάδες» και η απάντησή μας

    Λάβαμε εξώδικο από την ΑΜΚΕ με την επωνυμία «ΕΝΕΡΓΟΙ ΜΠΑΜΠΑΔΕΣ», το οποίο και δημοσιεύουμε ολόκληρο. Ακολουθεί η απάντησή μας.

    Το εξώδικο:

    Η απάντησή μας:

    Όλα όσα αναφέρονται από την δημοσιογράφο μας είναι απολύτως αληθή. Η υπόθεση του «αστυνομικού της Βουλής», όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται, απασχολεί, και δικαίως, το πανελλήνιο. Απασχολεί συνεπώς και εμάς, ιδίως λόγω της ιδιαίτερης ενασχόλησής μας, δημοσιογραφικής και ερευνητικής, με ζητήματα παιδικής προστασίας. Ο δε σχολιασμός ή οι προβληματισμοί που διατυπώνονται σχετικά τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι πρόκειται περί πλεκτάνης σε βάρος του από τη σύζυγό του και ότι τα παιδιά έχουν «καθοδηγηθεί» από τη μητέρα, είναι απολύτως θεμιτοί και επιβεβλημένοι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθεροτυπίας, καθώς η συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή τείνει να γίνει η μόνιμη και επαναλαμβανόμενη υπεράσπιση σε τέτοιου είδους εγκλήματα. Υπενθυμίζουμε ότι πληθώρα οργανώσεων που έχουν ως αντικείμενο την προαγωγή της ψευδοθεωρίας της «γονικής αποξένωσης» έχουν πάρει δημόσια θέση, υποστηρίζοντας πως όντως υφίσταται γενικευμένο φαινόμενο «ψευδών καταγγελιών» σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από τους πατέρες τους, τις οποίες «κατασκευάζουν» οι μητέρες.

    Διαβάστε περισσότερα: «Η απάτη της γονεϊκής αποξένωσης»

    «Ενεργός μπαμπάς», λοιπόν, και ο αστυνομικός της Βουλής;

    Η υπερασπιστική γραμμή της «χειραγώγησης» που υποτίθεται ότι ασκούν μητέρες προκειμένου τα παιδιά να κατηγορήσουν τον πατέρα για σεξουαλική κακοποίηση ή/και ενδοοικογενειακή βία διατυμπανίζεται συχνά από ομάδες «ανδρικών δικαιωμάτων».

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και του Αυγουστίνου Ζενάκου

    Στη χειραγώγησή τους από τη μητέρα τους οφείλονται οι καταγγελίες των παιδιών του, ισχυρίζεται ο αστυνομικός της Βουλής, η υπόθεση του οποίου μονοπωλεί σχεδόν την επικαιρότητα αυτές τις ημέρες. Τον ισχυρισμό αυτό του εντολέα του μετέφερε σήμερα, μέσω του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ, ο δικηγόρος του αστυνομικού, Όθωνας Παπαδόπουλος. 

    Ο κ. Παπαδόπουλος απαντούσε στις ερωτήσεις του παρουσιαστή Άκη Παυλόπουλου, αν τα παιδιά «είναι δασκαλεμένα», αν «είναι ψεύτες» και «γιατί να πουν κάτι τόσο φρικτό».

    «Σύμφωνα με τον ίδιο (σ.σ.: τον αστυνομικό), έχουνε χειραγωγηθεί από τη μητέρα τους» είπε ο κ. Παπαδόπουλος, «η οποία για λόγους που έχουν αναφερθεί μέσα στην απολογία του, η συγκεκριμένη γυναίκα έχει καθοδηγήσει τα παιδιά στο να δώσουνε συγκεκριμένη αφήγηση». 

    «Και ζητάτε και πραγματογνωμοσύνη, ψυχιατρική, έτσι δεν είναι;» ρώτησε στη συνέχεια ο έτερος παρουσιαστής της εκπομπής «Σήμερα», Δημήτρης Οικονόμου.

    «Ζητάμε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη» απάντησε ο κ. Παπαδόπουλος «την οποία, μάλιστα, αφήγηση της μητέρας, τα παιδιά, μη μπορώντας να τη μεταφέρουν αυτούσια, υποπίπτουν σε αντιφάσεις σε σχέση με τις καταθέσεις τους».

    Εκπομπή «Σήμερα», ΣΚΑΪ, 04/12/2024

    Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την υπερασπιστική γραμμή που μεταφέρει ο κ. Παπαδόπουλος. Αντιθέτως, την έχουμε δει να χρησιμοποιείται κατά κόρον από οργανωμένη ομάδα ανδρών, που έχουν καταγγελθεί από τα παιδιά τους ότι τα έχουν κακοποιήσει σεξουαλικά, και που εδώ και δύο χρόνια περίπου έχουν βρει άπλετο χώρο σε τηλεοπτικές εκπομπές και ιστοσελίδες, όπου ισχυρίζονται ότι έχουν πέσει θύματα πλεκτάνης. Όπως έχουμε εξιστορήσει σε εκτενές ρεπορτάζ μας, η πλεκτάνη, σύμφωνα με κάποιους από τους άνδρες αυτούς, έχει εξυφανθεί από τις πρώην συντρόφους τους, οι οποίες με τη συνέργεια ψυχολόγων και δικηγόρων τους έχουν κατηγορήσει ψευδώς με στόχο να τους αποξενώσουν από τα παιδιά τους.

    Ούτε τον ίδιο τον κ. Παπαδόπουλο, ωστόσο, τον συναντάμε πρώτη φορά. Αντιθέτως, έχει συμμετάσχει κι αυτός στη μιντιακή εκστρατεία των πατεράδων που ισχυρίζονται ότι καταγγέλλονται ψευδώς επειδή είναι θύματα «αποξένωσης», ως εκπρόσωπος κάποιων από αυτούς, οι οποίοι κατηγορούν μια παιδοψυχολόγο ότι αυτή κατασκεύασε τις καταγγελίες σε συνέργεια με τις μητέρες των παιδιών τους.

    Στο ακόλουθο στιγμιότυπο, λόγου χάρη, ο Όθωνας Παπαδόπουλος εμφανίζεται σε μια από τις πολλές εκπομπές που έχει αφιερώσει σε αυτούς τους πατεράδες η παρουσιάστρια Ζήνα Κουτσελίνη, ως «δικηγόρος πατεράδων». 

    Εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», Star, 26/05/2023

    Εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», Star, 26/05/2023

    Ο άνδρας που εμφανίζεται κάτω αριστερά, με το τηλεοπτικό ψευδώνυμο «Λεωνίδας» και ο οποίος ανέπτυξε και αυτός τη γραμμή περί «ψευδών καταγγελιών» ήταν τη στιγμή της εκπομπής ακόμη υπόδικος. Στη συνέχεια, όμως, καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών για το κακούργημα της ασέλγειας στον γιο του.  

    Κατά τη διάρκεια της δίκης του, μάλιστα, της οποίας παρακολουθήσαμε ένα μέρος (προτού η Έδρα διατάξει να γίνει κεκλεισμένων των θυρών), η δημοσιογράφος της ομάδας μας έπεσε θύμα τραμπουκισμού από ομάδα καταγγελλόμενων πατεράδων που είχαν συγκεντρωθεί στο δικαστήριο για να τον υποστηρίξουν — ένα περιστατικό που έχουμε δημοσιοποιήσει

    Η υπερασπιστική γραμμή της «χειραγώγησης» που υποτίθεται ότι ασκούν μητέρες προκειμένου τα παιδιά να κατηγορήσουν τον πατέρα για σεξουαλική κακοποίηση ή/και ενδοοικογενειακή βία διατυμπανίζεται συχνά από ομάδες «ανδρικών δικαιωμάτων», οι οποίες υποστηρίζουν τους καταγγελλόμενος πατεράδες με δημόσιες τοποθετήσεις τους και με την αναπαραγωγή της μιντιακής εκστρατείας περί «ψευδών καταγγελιών». 

    Οι ομάδες αυτές — που είχαν γίνει γνωστές με τον γενικό τίτλο «Ενεργοί μπαμπάδες», από το όνομα μίας εξ αυτών, η οποία όμως δεν είναι παρά μία ανάμεσα σε πολλές — είχαν ασκήσει πιέσεις για την ψήφιση του νόμου της «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας» και αποτελούν τους βασικούς προπαγανδιστές της ψευδοθεωρίας της «γονεϊκής αποξένωσης», την οποία έχει απορρίψει η συντριπτική πλειονότητα της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας, καθώς και διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης.

    «Ενεργός μπαμπάς», λοιπόν, και ο αστυνομικός της Βουλής;

    Ανασφάλεια δικαίου με τον Νόμο Φλωρίδη κατά των Παρατηρητηρίων

    Για την ίδια διάταξη και για την ίδια ακριβώς πράξη — την γραπτή ανταπόκριση από μια δημόσια δίκη — τρία δικαστήρια έχουν φτάσει σε τρεις ριζικά διαφορετικές ερμηνείες.

    Σήμερα, 24 Σεπτεμβρίου 2024, στο Θ ́ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά τη διάρκεια της δίκης οκτώ πρώην στελεχών της Κιβωτού του Κόσμου, σημειώθηκε άλλη μια απόπειρα — η τρίτη τους τελευταίους μήνες — να χρησιμοποιηθεί ο Νόμος Φλωρίδη (άρθρο 31 του νόμου 5119/2024) για να απαγορευτεί στις ανταποκρίτριες και στους ανταποκριτές των Παρατηρητηρίων να καλύπτουν δίκες δημοσίου ενδιαφέροντος. 

    Συγκεκριμένα, ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης ζήτησε από το δικαστήριο να απαγορεύσει στο Kivotos Trial Watch να καλύπτει τη δίκη και μάλιστα να διατάξει τη σύλληψη της ανταποκρίτριας και του ανταποκριτή μας με την αυτόφωρη διαδικασία.

    H προηγούμενη παρόμοια απόπειρα σημειώθηκε στις 17 του περασμένου Ιουλίου, στο Α΄ Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων, όταν οι συνήγοροι υπεράσπισης στελεχών της Χρυσής Αυγής ζήτησαν να αποβληθεί από την αίθουσα το Golden Dawn Watch.

    Και η πρώτη παρόμοια απόπειρα είχε σημειωθεί τη Δευτέρα 8 Ιουλίου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, όπου ανταποκρίτριες και ανταποκριτές της δημοσιογραφικής ομάδας του ενημερωτικού μέσου OmniaTV κάλυπταν τη δίκη των κατηγορούμενων για τη ρατσιστική επίθεση εναντίον προσφύγων που είχε λάβει χώρα στην πλατεία Σαπφούς της Μυτιλήνης τον Απρίλιο του 2018. 

    Οι τρεις αυτές απόπειρες είχαν τρεις ολωσδιόλου διαφορετικές εκβάσεις. Στη δίκη της Κιβωτού του Κόσμου, το δικαστήριο — προς τιμή του — απέρριψε το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης, κρίνοντας ότι η καταγραφή του Kivotos Trial Watch δεν εμπίπτει στη διάταξη του Νόμου Φλωρίδη. Στη δίκη της Χρυσής Αυγής, το δικαστήριο επέτρεψε μεν την παραμονή του Golden Dawn Watch, αλλά παρέπεμψε το ζήτημα στον αρμόδιο εισαγγελέα για τις δικές του ενέργειες. Στη δίκη της Πλατείας Σαπφούς, το δικαστήριο έκρινε ότι η καταγραφή εμπίπτει στη διάταξη — η Πρόεδρος είπε μάλιστα ότι «είναι θέμα ερμηνείας» — και απέβαλε το Παρατηρητήριο. 

    Το γεγονός ότι σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, για την ίδια διάταξη και για την ίδια ακριβώς πράξη — την γραπτή ανταπόκριση από μια δημόσια δίκη —, τρία δικαστήρια έχουν φτάσει σε τρεις ριζικά διαφορετικές ερμηνείες αποδεικνύει ότι:

    Πρώτον, το άρθρο 31 του νόμου 5119/2024 είναι τόσο ασαφές, ώστε να δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου.

    Δεύτερον, ο νόμος αυτός υποχρεώνει τα δικαστήρια να ερμηνεύουν κατά την εκάστοτε κρίση τους μια διάταξη που ουσιαστικά απαγορεύει τη γραπτή δημοσιογραφική ανταπόκριση από τις δικαστικές αίθουσες.

    Από την πρώτη στιγμή έχουμε τονίσει την αντισυνταγματικότητα αυτού του νόμου, ο οποίος περιορίζει αναίτια τη δημοσιότητα της δίκης και πλήττει ευθέως την ελευθερία του Τύπου. 

    Πλέον, έχουμε λόγους να θεωρούμε ότι τους μόνους που εξυπηρετεί η ύπαρξη αυτού του νόμου είναι αυτούς που έχουν συμφέρον οι δίκες δημοσίου ενδιαφέροντος να διεξάγονται εν κρυπτώ. Και που μπορούν να ελπίζουν ότι κάποια δικαστήρια θα συνταχθούν μαζί τους.

    Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη σε όλες τις περιπτώσεις δεν είναι λόγος επανάπαυσης. Διότι συνέβη. Και θα ξανασυμβεί αν δεν καταργηθεί άμεσα το άρθρο 31 του Νόμου Φλωρίδη.

    Επιλεκτική παρέμβαση της ΕΛΑΣ για το Παλαιστινιακό σε εκδήλωση του Vouliwatch στο Ρομάντσο

    Ανακοίνωση 11 οργανώσεων και μέσων ενημέρωσης για προσαγωγές της ΕΛΑΣ σε βάρος της Συνέλευσης Αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση μετά από διαμαρτυρία στον χώρο του Ρομάντσου.

    Φωτογραφία: Reporters United.

    Στις 8.7.2024, στον δημιουργικό κόμβο Ρομάντσο στο κέντρο της Αθήνας, η μη-κυβερνητική οργάνωση Vouliwatch πραγματοποίησε σεμινάριο για δημοσιογράφους και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα, δεδομένα  και πληροφορίες της διοίκησης.

    Περί τις 5:30 το απόγευμα, μικρή αντιπροσωπεία της Συνέλευσης Αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση προχώρησε σε μια πρωτοβουλία ενημέρωσης των συμμετεχόντων στο σεμινάριο στην αίθουσα του Ρομάντσο, αναρτώντας πανό και διαβάζοντας ένα ψήφισμά τους. Τα παρευρισκόμενα άτομα παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον την παρέμβαση, η οποία συναντά και δικές μας ανησυχίες και συζητήσεις στους κλάδους μας για την ελλιπή, και συχνά στρεβλή, δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων στην Παλαιστίνη από τα ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης.

    Μας προκαλεί έκπληξη και ιδιαιτέρως αλγεινή εντύπωση το γεγονός ότι, λίγο μετά την αποχώρησή τους από το  Ρομάντσο, οι εκπρόσωποι της συνέλευσης αλληλεγγύης προσήχθησαν στη ΓΑΔΑ. Θεωρούμε ότι η πρακτική αυτή δεν είναι απλώς καταχρηστική, αλλά και καταφανώς επιλεκτική. Συνιστά πολιτική ενέργεια που βάλλει κατά της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθερίας του συνέρχεσθαι  και της ελευθερίας της ενημέρωσης, ενώ γίνεται σαφές ότι στοχεύει αποκλειστικά πρωτοβουλίες που αφορούν το παλαιστινιακό.

    Η καταστολή αυτού του είδους μας βρίσκει ριζικά αντίθετους και δημιουργεί ιδιαίτερες ανησυχίες για τις ελευθερίες στη χώρα μας, σε μια περίοδο διολίσθησης του Κράτους Δικαίου. Καλούμε την ΕΛΑΣ να σεβαστεί τις θεμελιώδεις ελευθερίες, και την κοινωνία των πολιτών να βρίσκεται σε εγρήγορση για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων μας.

    Την ανακοίνωση υπογράφουν:

    1. Vouliwatch
    2. Reporters United
    3. The Manifold
    4. HIAS Greece
    5. Inter Alia
    6. Πολιτιστικός Οργανισμός BiOS – Δημιουργικός Κόμβος Ρομάντσο
    7. Solomon
    8. Mediterranean Institute for Investigative Reporting – MIIR
    9. Nema Media
    10. OmniaTV
    11. The Press Project (thepressproject.gr)

    Φίμωση των δικαστικών Παρατηρητηρίων από το υπουργείο Δικαιοσύνης

    Η τροποποίηση του νόμου 3090/2002 αποτελεί επίθεση στην ελευθερία του Τύπου.

    Η δημοσιογραφική, ερευνητική ομάδα The Manifold καταγγέλλει με τον πιο έντονο τρόπο την νομοθετική απόπειρα του υπουργείου Δικαιοσύνης να καταργήσει τη λειτουργία των Παρατηρητηρίων σημαντικών δικών δημοσίου συμφέροντος.

    Συγκεκριμένα, καταγγέλλουμε ως αντιδημοκρατικήαντισυνταγματική και ευθέως αντίθετη στην ελευθερία του Τύπου, την τροποποίηση του νόμου 3090/2002, η οποία ψηφίστηκε στις 5/7/2024 και με την οποία πλέον προβλέπεται ότι: «Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μέσω της τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου και γενικά οποιουδήποτε τεχνολογικού μέσου, καθώς και η κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση και αποτύπωση της δίκης σε γραπτό κείμενο μέσω ειδικού λογισμικού που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε γραπτό, ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.»

    Σε ανακοίνωσή του, μετά την κατακραυγή που έχει ήδη υπάρξει και μετά την έκδοση ανακοίνωσης από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το υπουργείο ψέγει το κόμμα της αντιπολίτευσης ότι δεν ξέρει να διαβάσει «απλές διατυπώσεις μια ισχύουσας από το 2002 ρύθμισης» και ισχυρίζεται ψευδώς ότι το μόνο που κάνει η τροποποίηση του νόμου είναι να προσθέτει στους απαγορευμένους τρόπους καταγραφής και το διαδίκτυο. Τον ίδιο ψευδή ισχυρισμό έχουν προτάξει παράγοντες του υπουργείου και σε συναδέλφους που έχουν ζητήσει εύλογες διευκρινίσεις.

    Αυτό που το υπουργείο, ωστόσο, τεχνηέντως παραλείπει να σχολιάσει είναι ότι η κρίσιμη τροποποίηση σε σχέση με τον νόμο του 2002 βρίσκεται στην προσθήκη της φράσης «με οποιονδήποτε τρόπο», η οποία μάλιστα προστέθηκε πριν την εξειδίκευση που ακολουθεί τη λέξη «ιδίως».

    Ο νόμος του 2002 προέβλεπε:

    «Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται.»

    Η τροποποίηση που μόλις ψηφίστηκε προβλέπει:

    «Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μέσω της τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου και γενικά οποιουδήποτε τεχνολογικού μέσου, καθώς και η κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση και αποτύπωση της δίκης σε γραπτό κείμενο μέσω ειδικού λογισμικού που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε γραπτό, ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου.»

    Η διατύπωση αυτή και συγκεκριμένα η φράση «με οποιονδήποτε τρόπο» επιτρέπει σε κάθε δικαστήριο να απαγορεύσει στους δημοσιογράφους να καταγράφουν γραπτώς τα τεκταινόμενα της δίκης και να τα μεταδίδουν όπως επιτάσσει το λειτούργημά τους.

    Έχουμε κάθε λόγο να θεωρήσουμε ότι η τροποποίηση αυτή πλήττει ευθέως τα Παρατηρητήρια δικών, όπως το Golden Dawn Watch για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, το JackieOh Justice Watch για τη δίκη που αφορά τις συνθήκες θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, το Lignadis Trial Watch για τη δίκη Λιγνάδη και το Kivotos Trial Watch για τη δίκη της Κιβωτου του Κόσμου κ.ά.

    Για του λόγου το αληθές, στις 8/7/2024, σε δικαστήριο της Μυτιλήνης, η Έδρα απαγόρευσε την γραπτή δημοσιογραφική ανταπόκριση του Παρατηρητηρίου #δίκη_Σαπφούς, ισχυριζόμενη πως η τροπολογία που τέθηκε σε ισχύ με τον Ν. 5119/2024 απαγορεύει την ανταπόκριση.

    Οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι: θεωρούμε ότι η καθολική απαγόρευση της καταγραφής της δίκης με οπτικοακουστικά μέσα, όπως προβλεπόταν στον νόμο του 2002, αποτελούσε ήδη μέτρο αντιδημοκρατικό και δίχως επαρκή αιτιολογία περιοριστικό της δημοσιότητας της δίκης και της ελευθερίας του Τύπου, δύο αλληλένδετων και συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών.

    Με σεβασμό, ωστόσο, στον ισχύοντα νόμο, τα Παρατηρητήρια χρησιμοποιούν πάντοτε και αποκλειστικά τη μέθοδο των γραπτών σημειώσεων που κρατούν οι δημοσιογράφοι τους, οι οποίοι παρίστανται στα ακροατήρια.

    Η τροποποίηση του νόμου 3090/2002 με την προσθήκη της διατύπωσης «με οποιονδήποτε τρόπο» είναι προφανές ότι θέλει πρωτίστως να φιμώσει τα Παρατηρητήρια, τα οποία υπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον προσφέρουν στο κοινό τη δυνατότητα να γνωρίζει τα ακριβή τεκταινόμενα σε δίκες που έχουν άμεσες επιπτώσεις στη ζωή του.

    Ωστόσο, η διατύπωση είναι τέτοια που μπορεί να οδηγήσει σε απαγόρευση από οποιοδήποτε δικαστήριο ακόμη και της γραπτής μετάδοσης οποιασδήποτε κατά λέξη αποστροφής από τη δικαστική διαδικασία — πρόθεση που καθίσταται ακόμη διαφανέστερη από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, η οποία θεωρεί ότι δημοσιότητα της δίκης σημαίνει μόνον την ανεμπόδιστη παρακολούθησή της στο ακροατήριο αλλά όχι την δημοσιοποίησή της «με κάθε λεπτομέρεια» στο κοινό. Αυτό που επιχειρείται εδώ, μ’ άλλα λόγια, είναι να αποφασίζουν τα δικαστήρια ποιες «λεπτομέρειες» θα δημοσιεύουν οι δημοσιογράφοι και ποιες όχι.

    Το σκεπτικό αυτό οδηγεί στην αυτόματη επιβολή από τις δικαστικές αρχές οποιουδήποτε περιορισμού εκείνες αυθαίρετα κρίνουν στον τρόπο με τον οποίον οι δημοσιογράφοι που παρίστανται σε μία δίκη ενημερώνουν το κοινό τους.

    Η επίθεση αυτή στην ελευθερία του Τύπου δεν θα γίνει δεκτή. Θα την πολεμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις.  

    Υπόθεση Απόστολος Λύτρας: «Δύο μέτρα και δύο σταθμά, από τις αρχές για τα θύματα της έμφυλης βίας»

    Μια συζήτηση για την ενδοοικογενειακή βία και την αποτυχία των ελληνικών αρχών να προστατέψουν τα θύματα.

    Η δημοσιογράφος του The Manifold, Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου, στο Δελτίο Ειδήσεων kontra news με τον Πάνο Χαρίτο
    19 Ιουνίου 2024

    Η ανεξέλεγκτη δύναμη του εισαγγελέα

    Πρόσφατες καταδίκες για παιδική σεξουαλική κακοποίηση οδηγούν ίσως στην εντύπωση ότι ο ρόλος του εισαγγελέα δεν είναι και τόσο σημαντικός, αφού το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να μην υιοθετήσει την πρότασή του. Δεν είναι έτσι, όμως…

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και του Αυγουστίνου Ζενάκου

    Προ ημερών, ο δικηγόρος Άρης Κυβέλος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 78 χρόνια φυλακή — 45 κατά συγχώνευση, 20 εκτιτέα — για τον βιασμό δύο ανήλικων κοριτσιών και άλλα αδικήματα. Ο ίδιος έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και πορνογραφία ανηλίκων στην υπόθεση της Αρετής Παληού, ενώ δικάζεται αυτή την περίοδο και για τα κακουργήματα του βιασμού και της ασέλγειας σε βάρος της ίδιας γυναίκας, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδί. Έχει επίσης προηγούμενη καταδίκη για ενδοοικογενειακή βία.

    Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο κανένα ελαφρυντικό και δεν του έδωσε αναστολή ως το Εφετείο, και έτσι οδηγήθηκε στη φυλακή.

    Στον αντίποδα της απόφασης του δικαστηρίου, η οποία ήταν ομόφωνη και σηματοδοτεί αν μη τι άλλο ότι οι δικαστές και οι ένορκοι έκριναν τις αποδείξεις εναντίον του κατηγορουμένου απολύτως επαρκείς, ο εισαγγελέας Νικόλαος Μύτης πρότεινε την πλήρη απαλλαγή του κατηγορουμένου και αγόρευσε επί τετράωρο προκειμένου να τεκμηριώσει την κρίση του αυτή. 

    Μολονότι και εμάς, όπως και άλλους που παρακολουθούσαν τη δίκη, μάς έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η θέρμη με την οποία ο εισαγγελέας πάσχισε να αθωώσει τον κατηγορούμενο, κάνοντας χρήση ακόμη και επιχειρημάτων που ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν είχε επικαλεστεί, δεν σκοπεύουμε να διατυπώσουμε εικασίες για τα κίνητρά του, για τα οποία άλλωστε δεν έχουμε καμία γνώση ή πληροφορία. Αντιθέτως, είμαστε υποχρεωμένοι να θεωρήσουμε ότι σχημάτισε την κρίση του αυτή ελεύθερα, κατά την συνείδησή του.

    Γι’ αυτό ακριβώς όμως είναι, κατά την άποψή μας, τόσο σημαντική η εισαγγελική πρόταση σε αυτή τη δίκη: διότι ο εισαγγελέας, κατ’ αναλογία προς τον δικαστή, διαμορφώνει ασφαλώς την κρίση του ελεύθερα κατά την συνείδησή του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι την διαμορφώνει αυθαίρετα, δεν σημαίνει ότι η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε περιορισμούς.

    Κάποιοι από αυτούς τους περιορισμούς είναι νομικοί, όπως λόγου χάρη η υποχρέωση να αιτιολογεί τεκμηριωμένα την αξιολόγηση των αποδείξεων που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Εξίσου, όμως, πρέπει να βαραίνουν και οι μη νομικοί περιορισμοί, η γνώση δηλαδή που μπορεί και πρέπει να πληροφορεί μια δικαστική υπόθεση, ανάλογα με το είδος της.

    Στις υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης, εκτός από τους νόμους και τους δικονομικούς κανόνες που ισχύουν, υπάρχει και ένα σώμα επιστημονικών συμπερασμάτων που προέρχεται από άλλους κλάδους, όπως η ψυχολογία και η εγκληματολογία, το οποίο οι δικαστικές αρχές οφείλουν πλέον σήμερα να κατέχουν και να λαμβάνουν υπόψη τους.

    Μιλώντας λοιπόν για την εισαγγελική πρόταση του κ. Μύτη στην υπόθεση Κυβέλου, ο εισαγγελέας ήταν βέβαια ελεύθερος να θεωρήσει αναξιόπιστες τις μαρτυρίες των φερόμενων κατά την αποδεικτική διαδικασία ως θυμάτων, δεν δικαιούταν όμως να το κάνει επειδή δεν κατήγγειλαν αμέσως τον βιασμό τους αλλά το έπραξαν μετά από χρόνια.

    Είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των ειδικών παραδέχεται πως τα ανήλικα θύματα συχνά εμποδίζονται από πολλούς παράγοντες να καταγγείλουν αυτό που έχουν υποστεί. Τέτοιοι παράγοντες είναι η ντροπή και το στίγμα, η απουσία υποστηρικτικού περιβάλλοντος, η — απολύτως δικαιολογημένη — έλλειψη εμπιστοσύνης στις αρχές, ο φόβος για τον δράστη (ειδικά όταν η παρουσία του στο περιβάλλον τους είναι εξακολουθητική) κ.ά. Είναι εξαιρετικά συχνό, μελετημένο και τεκμηριωμένο, το φαινόμενο να βρίσκουν τα θύματα το θάρρος να μιλήσουν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλές φορές αφότου ενηλικιωθούν ή/και αφότου βρεθούν σε ασφαλέστερο περιβάλλον.

    Ούτε, επίσης, ήταν ο εισαγγελέας ελεύθερος να θεωρήσει τις μαρτυρίες των θυμάτων αναξιόπιστες επειδή δεν μπόρεσαν να αναφέρουν στο ακροατήριο περισσότερα από πέντε συγκεκριμένα περιστατικά κακοποίησής τους, ενώ η κακοποίηση ήταν εξακολουθητική και διήρκεσε χρόνια. Και πάλι, εδώ, η ψυχολογία του ανήλικου θύματος που απωθεί με διάφορους μηχανισμούς το τραύμα του, που ανακαλεί τα τραυματικά γεγονότα συγκεχυμένα και που δυσκολεύεται να αφηγηθεί την εμπειρία του υπό την πίεση της δικαστικής διαδικασίας, είναι θέματα γνωστά που ένας δικαστικός λειτουργός οφείλει να συνυπολογίσει.

    Και ούτε, τέλος, ήταν ο εισαγγελέας ελεύθερος να θεωρήσει τις μαρτυρίες των θυμάτων αναξιόπιστες επειδή αυτές διατηρούσαν κάποιου είδους «σχέση» με τον κακοποιητή τους ή/και είχαν κατά καιρούς εκφράσει συναισθήματα γι’ αυτόν.

    Οι περισσότερες υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης δεν περιλαμβάνουν σωματική βία και έντονο καταναγκασμό αλλά εκτυλίσσονται στο πλαίσιο μιας ειδικής «σχέσης» που ο κακοποιητής μεθοδικά οικοδομεί με τα θύματά του, της οποίας ο καταναγκασμός — συνήθως σχετικά ήπιος — είναι μόνο ένα μέρος. Ο κακοποιητής είναι συνήθως μια φιγούρα που εμπνέει κύρος, σεβασμό ή και θαυμασμό στο θύμα. Καλλιεργεί τη σχέση και χειραγωγεί το θύμα σταδιακά, ώστε να κάμψει κατά το δυνατόν τις αντιστάσεις του. Έτσι, συχνά τα θύματα βασανίζονται από αντιφατικά αισθήματα: νιώθουν την «υποχρέωση» να ενδώσουν στις πιέσεις του κακοποιητή τους, ενώ ταυτόχρονα νιώθουν αποστροφή· γνωρίζουν ότι αυτό που συμβαίνει τους προκαλεί σωματικό και ψυχικό πόνο, αλλά την ίδια στιγμή νιώθουν ντροπή και ενοχή· θέλουν να απαλλαγούν από τον κακοποιητή τους αλλά δεν μπορούν να αντισταθούν στην «σχέση» που αυτός τους έχει επιβάλει. Είναι παγιδευμένα.

    Η τακτική αυτή — που ονομάζεται grooming — είναι από τα πιο γνωστά θέματα στις υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης, τεκμηριωμένη πέρα από κάθε αμφισβήτηση, και το να μη λαμβάνεται υπόψη σε μια δικαστική διαδικασία, πόσο μάλλον να χρησιμοποιείται σε βάρος του θύματος, είναι απαράδεκτο.

    Δεν μιλάμε εδώ για γνώσεις υψηλής εξειδίκευσης, που αδυνατεί να έχει ένας εισαγγελέας ή που για να τις προσεγγίσει θα έπρεπε να βασιστεί σε ειδικούς μάρτυρες — μ’ όλο που τέτοιοι μάρτυρες και υπάρχουν και κατέθεσαν στη συγκεκριμένη δίκη. Οι γνώσεις αυτές αποτελούν πλέον σήμερα τόσο αδιαμφισβήτητες βάσεις για την παιδική προστασία που θα έπρεπε να αποτελούν κοινούς τόπους για τις δικαστικές αρχές.

    Και είναι οι γνώσεις αυτές ενδεχομένως ακόμη πιο κρίσιμες κι από τους δικονομικούς περιορισμούς στον σχηματισμό της κρίσης του εισαγγελέα — όπως και του δικαστή — ακριβώς επειδή εδώ δεν υπάρχει το καταφύγιο του γράμματος του νόμου, όπως λόγου χάρη σε μια ελλιπώς αιτιολογημένη πρόταση ή απόφαση. Μ’ άλλα λόγια, είναι θεωρητικά τουλάχιστον πιο εύκολο να προστατευτεί κανείς από έναν εισαγγελέα ή δικαστή που εκτιμά τις αποδείξεις με αυθαίρετο τρόπο, δίχως να παρέχει επαρκή αιτιολόγηση, καθώς μπορεί να καταφύγει στα εργαλεία που του δίνει ο νόμος. Πώς να προστατευτεί όμως κανείς από έναν εισαγγελέα ή δικαστή που αγνοεί, παραγνωρίζει ή αδιαφορεί για τις πραγματικές συνθήκες στις οποίες συμβαίνει το έγκλημα που δικάζει;      

    Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν λίγοι αυτοί που επεσήμαναν ότι η εισαγγελική πρόταση στην υπόθεση των δύο γυναικών που κατήγγειλαν τον Άρη Κυβέλο έπεσε στο κενό. Το ίδιο, άλλωστε, συνέβη και στην υπόθεση του Κολωνού, στην οποία η πρόταση της εισαγγελέα Μαρίας-Ελένης Νικολού επίσης υποβάθμισε την κατάθεση του θύματος. Τα δικαστήρια τόσο στην υπόθεση Κυβέλου όσο και στην υπόθεση Μίχου αντιμετώπισαν τις εισαγγελικές προτάσεις ως μη γενόμενες και καταδίκασαν τους κατηγορούμενους σε βαρύτατες ποινές.  

    Το γεγονός αυτό οδηγεί κάποιους να θεωρούν ότι ο ρόλος του εισαγγελέα δεν είναι και τόσο σημαντικός, αφού το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να μην υιοθετήσει την πρότασή του. Δεν είναι έτσι, όμως. 

    Η εισαγγελική πρόταση είναι κομβικό σημείο της ποινικής δίκης, όχι μόνο επειδή έτσι την ορίζει το δίκαιο αλλά επειδή ο εισαγγελέας εκπροσωπεί εκείνη τη στιγμή το κράτος. Στην κρίση του εισαγγελέα ενσαρκώνεται η κρίση του κράτους. Η στάση του αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία αντιλαμβάνεται την ευθύνη της για απόδοση δικαιοσύνης.

    Υπάρχει όμως ένας ακόμη πιο σημαντικός — και λιγότερο φιλοσοφικός — λόγος: οι αρμοδιότητες του εισαγγελέα στο ακροατήριο είναι ένα μόνο μέρος των καθηκόντων του. Κι αν στο ακροατήριο υπάρχουν δικαστές και κάποιες φορές ένορκοι που τελικά αποφασίζουν, δεν ισχύει το ίδιο για όλες τις περιστάσεις στις οποίες ο εισαγγελέας παίρνει αποφάσεις δίχως να ελέγχεται από κανέναν. 

    Μιλώντας για την παιδική προστασία (αν και, φυσικά, υπάρχουν αναλογίες και σε άλλους τομείς), ο εισαγγελέας αποφασίζει για τις απομακρύνσεις παιδιών από τις οικογένειές τους και την εισαγωγή τους σε ιδρύματα· για την αξιολόγηση των γονέων τους· για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που θα διερευνήσει πιθανή κακοποίηση και — κυρίως — ποιος φορέας θα την διενεργήσει· και για τον αποκλεισμό ή μη της επικοινωνίας παιδιών που καταγγέλλουν κακοποίηση με τον καταγγελλόμενο γονέα. 

    Οι εισαγγελικές αυτές δυνάμεις επηρεάζουν με τη σειρά τους άμεσα ή έμμεσα μια σειρά από αστικές υποθέσεις, που αφορούν κυρίως τις τύχες των παιδιών μέσα στο σύστημα πρόνοιας αλλά και στις διενέξεις που αφορούν την επιμέλεια και την επικοινωνία. Μπορεί να σημάνουν, όπως έχουμε δει επανειλημμένα να συμβαίνει, ότι ένα παιδί θα βρεθεί εν μία νυκτί σε ένα ίδρυμα δίχως επαρκή λόγο, ή αντιστρόφως ότι θα βγει από ένα ίδρυμα και θα επιστραφεί στους γονείς του που θα το κακοποιήσουν ξανά. Μπορεί να σημάνει ότι ένα παιδί που καταγγέλλει κακοποίηση θα πάει στο δικαστήριο δίχως κατάλληλη πραγματογνωμοσύνη αλλά και ότι ένας γονέας που καταγγέλεται για βιασμό του παιδιού του θα εξακολουθήσει να έχει επικοινωνία μαζί του.

    Και σε όλα αυτά ο εισαγγελέας είναι στην πράξη ανεξέλεγκτος.  

    Η άγνοια, λοιπόν, η άρνηση ή η αδιαφορία των εισαγγελέων για τους κοινούς τόπους της παιδικής προστασίας δεν είναι απλώς κάτι που μπορεί να διορθώσει ένα ποινικό δικαστήριο. Είναι ένα εφιαλτικό εμπόδιο που ορθώνεται σε κάθε βήμα των παιδιών που ζητούν προστασία και δικαιοσύνη.

    Γυναικοκτονία: Οι μη αλήθειες της ΕΛ.ΑΣ στις Αλήθειες με τη Ζήνα

    Μετά την γυναικοκτονία της Γεωργίας στη Σαλαμίνα, σύσσωμα τα ΜΜΕ καλούν εκπροσώπους της ελληνικής αστυνομίας να τοποθετηθούν για το τι πήγε στραβά. Όσο δεν γίνονται συγκεκριμένες ερωτήσεις, οι εκπρόσωποι της αστυνομίας θα θολώνουν την αλήθεια και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι θα πανηγυρίζουν για τα κουμπιά πανικού.

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου

    Για ακόμα μια φορά εμφανίστηκε η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας στην εκπομπή της Ζήνας Κουτσελίνη, «Αλήθειες με τη Ζήνα», χτες, με αφορμή την τελευταία γυναικοκτονία στη Σαλαμίνα. Λίγο πριν της δοθεί ο λόγος, προβλήθηκε η συνέντευξη που παραχώρησαν στην εκπομπή η μητέρα και η αδελφή της 43χρονης Γεωργίας, η οποία δολοφονήθηκε από τον σύντροφό της.

    «Σας είχε εκμυστηρευτεί ότι την χτυπούσε; Ότι την κακοποιούσε;» είναι η τελευταία ερώτηση που απευθύνει η δημοσιογράφος στην αδελφή της Γεωργίας. «Όχι ίσως εγκαίρως…» απαντά εκείνη. 

    Από αυτή την τελευταία κουβέντα πιάνεται η εκπρόσωπος της Ελληνικής Αστυνομίας Κωνσταντία Δημογλίδου για να πει αρχικά τα εξής: 

    «Κυρία Κουτσελίνη, να πιαστώ από την τελευταία λέξη που είπε η αδελφή του θύματος, “όχι εγκαίρως”. Και δυστυχώς ακούω — κι εμένα αυτό με εξοργίζει περισσότερο και όχι όλα τα άλλα που άκουσα στο βίντεο — τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που ακούει την Παρασκευή να κακοποιείται ένας άνθρωπος, αποχωρεί ο δράστης και επιστρέφει, και δεν ενημερώνεται η ελληνική αστυνομία. Καταλαβαίνετε ότι σήμερα αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι μαζί μας και να είχε σωθεί, αν έστω ένας άνθρωπος είχε ενδιαφερθεί και είχε ενημερώσει εγκαίρως τις Αρχές;».  

    Οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι η εκπρόσωπος εμφανίστηκε στην εκπομπή χτες, πριν ακόμα δηλαδή αρχίσει σήμερα η αδελφή της Γεωργίας να περιγράφει με περισσότερες λεπτομέρειες σε διάφορες συνεντεύξεις της, τις κινήσεις στις οποίες προέβησαν η Γεωργία και η μητέρα της. Είχε ωστόσο ήδη διαρρεύσει, πριν τη συνέντευξη της εκπροσώπου της ΕΛ.ΑΣ., ότι η μητέρα είχε πάει την κόρη της στο αστυνομικό τμήμα της Σαλαμίνας ήδη από την Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023 — και την είχαν διώξει. 

    Θα περίμεναν όσες και όσοι παρακολούθησαν αυτή την εκπομπή να γίνει μια σχετική ερώτηση στην εκπρόσωπο της αστυνομίας. Δεν έγινε και έτσι η εκπρόσωπος συνέχισε: 

    «Προφανώς και δεν κατηγορούμε σε καμία περίπτωση το θύμα. Το θύμα ενδοοικογενειακής βίας προφανώς και δεν κατηγορείται ποτέ για το πότε επιλέγει να καταγγείλει ένα περιστατικό. Πραγματικά χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Έφτασε Σάββατο μεσημέρι στην αστυνομία, το αυτόφωρο έληγε το βράδυ, αυτός ο άνθρωπος είχε εξαφανιστεί. Και, επιτρέψτε μου, επειδή γνωρίζω προσωπικά τον διοικητή του τμήματος Σαλαμίνας, με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο αναζητούσε τον δράστη για να μην γίνει αντιληπτός με το περιπολικό, στην οικεία όπου διέμενε και εκεί όπου σύχναζε στη Σαλαμίνα. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει το αστυνομικό τμήμα ότι δεν έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να προστατεύσει αυτή τη γυναίκα. Γιατί έχω ακούσει πολλά σχόλια από το πρωί σε διάφορες εκπομπές αλλά δεν μπορώ να δεχτώ κανένα σχόλιο για ολιγωρία των αστυνομικών. Η ίδια η μητέρα του θύματος ευχαρίστησε προσωπικά τον διοικητή και δεν το πίστευε ότι η αστυνομία ασχολήθηκε τόσο πολύ μ’ αυτή τη γυναίκα». 

    Αυτά είπε η κ. Δημογλίδου και λίγο αργότερα διέκοψε έναν άλλο συνάδελφό της, που συχνάζει στο πάνελ της συγκεκριμένης εκπομπής, για να προσθέσει: «Δεν θα σχολιάσω καθόλου τους κατοίκους της περιοχής που άκουγαν τόσο καιρό μία γυναίκα να κακοποιείται… ούτε την δικαιολογία του φόβου μπορώ να σχολιάσω, όταν μπορείς να σηκώσεις το τηλέφωνο και να καλέσεις το 100 και να πεις ανώνυμα “δίπλα μου μία γυναίκα αυτή τη στιγμή κακοποιείται”». 

    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν να αναλύουμε τα λεγόμενα της εκπροσώπου της αστυνομίας από αυτό το τελευταίο, το πόσο εύκολο δηλαδή είναι το να βοηθήσεις ένα θύμα ενδοοικογενειακής βίας τηλεφωνώντας απλώς στην αστυνομία.

    Σύμφωνα με τα όσα μετέφερε η αδελφή της Γεωργίας στην ΕΡΤ, η μητέρα τους αμέσως μόλις δέχτηκε το τηλεφώνημα εκείνο από την κόρη της, στο οποίο της είπε ότι ο σύντροφός της την είχε χτυπήσει άγρια, τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα της Σαλαμίνας και μάλιστα δύο φορές. Είπε τι είχε συμβεί στους αστυνομικούς και ζήτησε βοήθεια για το παιδί της, ενημερώνοντάς τους ότι η κόρη της είναι χτυπημένη και μόνη με ένα ανάπηρο παιδί. Η απάντηση που της έδωσαν ήταν ότι δεν είχαν διαθέσιμο περιπολικό και την προέτρεψαν να πάνε μόνες τους στο τμήμα.  

    Η μητέρα πράγματι πήρε την κόρη της από το σπίτι της και φτάνοντας έξω από το τμήμα, άφησε στο αυτοκίνητο την Γεωργία, η οποία δυσκολευόταν να περπατήσει από τα χτυπήματα, μαζί με το παιδί της, και βγήκε να ζητήσει βοήθεια. Η απάντηση που έλαβε από τον αστυνομικό του τμήματος Σαλαμίνας ήταν ότι αν η Γεωργία δεν μπορεί να ανέβει στο τμήμα να δώσει κατάθεση, να πάει πρώτα στο Κέντρο Υγείας για τις πρώτες βοήθειες και να επανέλθει την επομένη. 

    Έτσι και έκαναν. Το επόμενο πρωί (σύμφωνα με τα λεγόμενα της αδελφής) ή το μεσημέρι (σύμφωνα με τα λεγόμενα της εκπροσώπου της Ελληνικής Αστυνομίας) η Γεωργία έφτασε και πάλι στο τμήμα συνοδευόμενη από τη μητέρα της. Εκεί πράγματι συμφωνούν τα όσα μεταφέρει η εκπρόσωπος και η αδελφή της Γεωργίας. 

    Αυτή τη φορά το γεγονός ότι η γυναίκα δυσκολευόταν να βαδίσει δεν στάθηκε εμπόδιο για να δώσει κατάθεση. Μάλιστα, όπως μεταφέρει η αδελφή της Γεωργίας, μια νεαρή αστυνομικός έβγαλε ένα μικρό γραφείο στο πεζοδρόμιο, δίπλα ακριβώς από το σημείο στο οποίο ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο, και πήρε κατάθεση από τις δύο γυναίκες. Εκεί απ’ ό,τι φαίνεται της εγκατέστησαν της περιβόητη εφαρμογή του «panic button» και κάπου εδώ τελειώνουν οι συμφωνίες στις δύο αφηγήσεις. 

    Διότι όσο κι αν η αστυνομικός Κωνσταντία Δημογλίδου αρνείται να δεχτεί «σχόλια για ολιγωρία των αστυνομικών» και με σχεδόν διατακτικό τόνο διακηρύσσει ότι  «δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει το αστυνομικό τμήμα ότι δεν έκανε ότι ήταν απαραίτητο για να προστατεύσει αυτή τη γυναίκα», θα πρέπει κάποια στιγμή τόσο η ίδια όσο και — κυρίως — ο πολιτικός της προϊστάμενος, Γιάννης Οικονόμου, να απαντήσουν πειστικά στα εξής ερωτήματα που προκύπτουν ως αυτή την ώρα:

    1. Ισχύει ότι το βράδυ της Παρασκευής (1/12/23) τηλεφώνησε η μητέρα της Γεωργίας στο αστυνομικό τμήμα Σαλαμίνας και μάλιστα δύο φορές ζητώντας να πάει περιπολικό στο σπίτι στο οποίο βρισκόταν η βαριά χτυπημένη κόρη της, μαζί με το ανάπηρο παιδί της, και έλαβε την απάντηση ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο περιπολικό; 
    2. Ισχύει ότι ο αστυνομικός στο Α.Τ Σαλαμίνας το βράδυ της Παρασκευής (1/12/23) όχι απλώς δεν δέχτηκε να καταγράψει όσα επιχείρησε να καταγγείλει η Γεωργία αλλά την έδιωξε κιόλας από το τμήμα, ενώ θα μπορούσε να λάβει την κατάθεσή της ακόμα και στο Κέντρο Υγείας, στο οποίο φέρεται ότι την έστειλε; 
    3. Ισχύει ότι ουδέποτε εξήγησαν επαρκώς στη Γεωργία και στη μητέρα της τον ενδεχόμενο κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή της αυτοί οι «καλοί αστυνομικοί» που συνάντησαν οι δυο γυναίκες το πρωί (ή το μεσημέρι αν προτιμά η κ. Δημογλίδου) του Σαββάτου, αλλά ούτε και ο διοικητής τον οποίο γνωρίζει προσωπικά η κ. Δημογλίδου και δεν δέχεται κουβέντα γι’ αυτόν; Και το ρωτάμε αυτό, καθώς παρότι οι αστυνομικοί που παρελαύνουν στα κανάλια διαδίδουν ότι της προτάθηκε η μεταφορά σε ξενώνα και εκείνη αρνήθηκε, η αδελφή της υποστηρίζει ότι κανείς δεν τους εξήγησε τους κινδύνους. Και όπως λέει, «αν μας το είχαν πει, έχουμε συγγενείς στην Αθήνα και στον Πειραιά» και άρα δεν θα αποφάσιζαν να καταφύγει η Γεωργία στο μητρικό της σπίτι, το οποίο ήταν γνωστό στον δράστη, αλλά θα την εξαφάνιζαν από την Σαλαμίνα. 
    4. Ισχύει ότι ο καθ’ ομολογία γυναικοκτόνος εντός των ορίων του αυτοφώρου έφυγε από το νησί ανενόχλητος και επέστρεψε αυθημερόν; Και αν ισχύει αυτό, τι έκανε ο διοικητής του τμήματος της Σαλαμίνας, ο οποίος — όπως ισχυρίζεται η κ. Δημογλίδου — είχε βγει με το προσωπικό του αυτοκίνητο και τον αναζητούσε; Και το ρωτάμε αυτό διότι ακόμα και ο διαβόητος για τις συμβουλές του σε υποψήφιους γυναικοκτόνους «ειδικός αστυνομικός αναλυτής», Σταύρος Μπαλάσκας, παραδέχτηκε σήμερα στον ΣΚΑΙ ότι κάποιος θα έπρεπε να βρίσκεται στο λιμάνι με μια φωτογραφία του δράστη στο χέρι ώστε να μην καταφέρει να διαφύγει. 

    Για να είμαστε, ωστόσο, ειλικρινείς, ο χειρισμός των αστυνομικών της Σαλαμίνας δεν είναι τοπικό φαινόμενο ούτε μεμονωμένο περιστατικό. Πρόσφατα, δημοσιεύτηκε η έκθεση της GREVIO, της ειδικής επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για την τήρηση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, της σύμβασης δηλαδή για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Η έκθεση είναι καταπέλτης για τη χώρα μας. Θα επιλέξουμε μόνο μία παρατήρηση, η οποία όμως μοιάζει άκρως αποκαλυπτική ως προς τις προβλέψεις της χώρας για την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Η επιτροπή λοιπόν επισημαίνει ότι ύστερα από την ψήφιση του «νόμου Τσιάρα», του νόμου που έγινε γνωστός ως «ο νόμος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια», τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας μοιάζουν πιο απροστάτευτα από ποτέ. Ένα από τα εξοργιστικά παραδείγματα που παραθέτει είναι ότι οι μητέρες έχουν την υποχρέωση να λάβουν τη συναίνεση του πατέρα προκειμένου να εγγράψουν τα παιδιά τους στο σχολείο, ακόμη και όταν έχουν καταφύγει σε μυστικές τοποθεσίες όπου βρίσκονται οι ξενώνες προστασίας κακοποιημένων γυναικών. Για να εγγραφεί δηλαδή στο σχολείο ένα παιδί που έχει φυγαδευτεί μαζί με τη μητέρα του σε μυστική τοποθεσία, θα πρέπει να αποκαλύψουν στον κακοποιητή τους το πού έχουν καταφύγει. 

    Στην περίπτωση της Γεωργίας, βέβαια, ο δράστης γνώριζε ακριβώς πού είχε καταφύγει η γυναίκα. Ήξερε επίσης τι ώρα φεύγει το παιδί της για το σχολείο. Απ’ ό,τι φαίνεται, κανείς δεν την είχε ειδοποιήσει να αλλάξει τη ρουτίνα της.   

    Η μόνη λοιπόν αποστροφή της εκπροσώπου της Ελληνικής Αστυνομίας με την οποία μπορούμε να συμφωνήσουμε είναι ότι σήμερα αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι μαζί μας. Δεν είναι όμως. Και γι’ αυτό, οι αμέσως επόμενοι υπεύθυνοι μετά τον δράστη είναι οι αστυνομικοί  του τμήματος Σαλαμίνας. Είτε το ανέχεται αυτό ως διατύπωση η κ. Δημογλίδου είτε όχι. 

    Συμβούλιο της Ευρώπης προς κυβέρνηση και δικαστές: Σταματήστε να νομιμοποιείτε την ύποπτη θεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης»

    Η GREVIO, η επιτροπή που επιτηρεί τη συμμόρφωση των κρατών-μελών με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, εκφράζει «βαθιά ανησυχία» για το ότι οι ελληνικές αρχές νομιμοποιούν την ύποπτη θεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης».

    Του Αυγουστίνου Ζενάκου

    Η αρμόδια επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης που επιτηρεί τη συμμόρφωση των κρατών-μελών με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης κατά της ενδοοικογενειακής βίας και της βίας κατά των γυναικών δημοσίευσε χθες την πρώτη της έκθεση-αξιολόγηση για τα πεπραγμένα της Ελλάδας. 

    Στην αξιολόγησή της, η GREVIO (Group of independent Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence) αναγνωρίζει στις ελληνικές κυβερνήσεις ότι έχουν ληφθεί κάποια θετικά μέτρα για να εναρμονιστεί η νομοθεσία και να δημιουργηθούν υπηρεσίες που να εφαρμόζουν τις προβλέψεις της σύµβασης, την οποία η Ελλάδα κύρωσε το 2018. Στον αντίποδα, διαπιστώνει πολλές ελλείψεις στην υποστήριξη των γυναικών-θυμάτων σεξουαλικών επιθέσεων, στην εκπαίδευση των αρχών, στις υπηρεσίες που έχουν στην ευθύνη τους γυναίκες που αιτούνται άσυλο και στην κάλυψη των γυναικοκτονιών από τα ΜΜΕ.

    Εκεί όμως που η έκθεση ασκεί επίσης ιδιαιτέρως σκληρή κριτική είναι στο ζήτημα της προστασίας των παιδιών. Συγκεκριμένα, επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονεί η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία συντελέστηκε με τον νόμο 4800 του 2021, γνωστό και ως «Νόμο Τσιάρα» ή νόμο για την «υποχρεωτική συνεπιμέλεια». 

    Όπως είχε επισημανθεί και από πολλούς άλλους αρμόδιους και διεθνείς φορείς την περίοδο που ο νόμος είχε εισαχθεί για συζήτηση στη Βουλή, στον νόμο ορίζεται ως βέλτιστο συμφέρον του παιδιού η ανατροφή του και από τους δύο γονείς, δίχως να προβλέπεται ως εξειδίκευση αυτής της γενικής αρχής ότι το συμφέρον αυτό πρέπει να διαπιστώνεται κατά περίπτωση. Η GREVIO επισημαίνει ότι αυτή η παράλειψη δυσχεραίνει την προστασία του παιδιού όταν αυτό ή η μητέρα του είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Ακόμη περισσότερο, η πρόβλεψη του νόμου ότι ο γονέας που κατηγορείται για ενδοοικογενειακή βία πρέπει να έχει καταδικαστεί οριστικά για το αδίκημα προκειμένου να παρακαμφθεί η γενική αρχή της ανατροφής και από τους δύο γονείς, οδηγεί στην εξαναγκαστική και τραυματική επικοινωνία μεταξύ θύματος και θύτη, όταν η ποινική διαδικασία εκκρεμεί ή καθυστερεί. Η επιτροπή τονίζει επίσης — σε πείσμα όσων υποστήριζαν και υποστηρίζουν πως η ενδοοικογενειακή βία κατά της γυναίκας/μητέρας είναι άσχετο θέμα με το αν ο θύτης είναι «καλός πατέρας» — ότι το να είναι μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας έχει «ισχυρό αντίκτυπο στα παιδιά» και «γεννά φόβο, προκαλεί τραύμα, επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη των παιδιών και αναγνωρίζεται ως μορφή ψυχολογικής βίας».

    Στη συνέχεια, η επιτροπή επισημαίνει ότι στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου υπήρχε ο όρος «γονεϊκή αποξένωση». Παρότι ο όρος δεν αναφέρεται με ρητό τρόπο στο τελικό κείμενο του νόμου, η GREVIO εκφράζει «βαθιά ανησυχία» για το ότι οι ελληνικές αρχές νομιμοποιούν την ύποπτη θεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης», η οποία «μπορεί να ενισχύσει την επίμονη εικασία εκ μέρους των δικαστών ότι παιδιά που εκφράζουν φόβο για τον πατέρα τους επειδή έχουν γίνει μάρτυρες βίας κατά της μητέρας τους, έχουν χειραγωγηθεί».  

    Ο νόμος προβλέπει, επίσης, ότι η «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του παιδιού με τον άλλο γονέα» αποτελεί δείγμα κακής άσκησης της γονικής μέριμνας από τον γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί, μια πρόβλεψη που σύμφωνα με την επιτροπή μπορεί να δώσει έδαφος σε «προβληματικές δικαστικές πρακτικές βασισμένες στη γονεϊκή αποξένωση», εξαιτίας της γενικόλογης διατύπωσης του νόμου και της απουσίας ρητής αναφοράς στην ενδοοικογενειακή βία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η GREVIO αναφέρει ακόμη ότι έμαθε με «απόγνωση» ότι υπάρχουν δημόσια εκπαιδευτικά προγράμματα για δικαστές που περιλαμβάνουν τη «γονεϊκή αποξένωση».

    Η επιτροπή εντόπισε, επιπλέον, σειρά δικαστικών αποφάσεων στις οποίες οι ισχυρισμοί των θυμάτων ότι είχαν υποστεί βία από τους συντρόφους τους απορρίφθηκαν με την «ύποπτη» αιτιολογία του «συνδρόμου γονεϊκής αποξένωσης» και σχετικών εννοιών, και διαπίστωσε ότι οι δικαστές δεν απαγορεύουν με συνέπεια αυτό το υπερασπιστικό επιχείρημα.     

    Η GREVIO θεωρεί ότι η υποστήριξη της θεωρίας της «γονεϊκής αποξένωσης» ενέχει τον κίνδυνο μη διάγνωσης ή/και άρνησης της βίας κατά των γυναικών και των παιδιών τους. Ως εκ τούτου, συστήνει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να γίνει συνείδηση στους αρμόδιους πως για πολλές γυναίκες-θύματα βίας και τα παιδιά τους το να συμμορφωθούν με διαταγές επικοινωνίας με τους πρώην συντρόφους τους αποτελεί σοβαρό κίνδυνο, επειδή «σημαίνει να συναντήσουν τον δράστη πρόσωπο με πρόσωπο, που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά περιστατικά βίας, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας της γυναίκας ή/και των παιδιών».

    Γι’ αυτό, μολονότι η επιτροπή υποστηρίζει το δικαίωμα των παιδιών να διατηρούν δεσμούς και με τους δύο γονείς τους, όπως άλλωστε προβλέπει και η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, τονίζει ότι η έκθεση των παιδιών στη βία, είτε ως θυμάτων είτε ως μαρτύρων, απαιτεί να γίνονται εξαιρέσεις προς το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών. Και επαναλαμβάνει ότι σε κάθε απόφαση που αφορά την επιμέλεια ή την επικοινωνία, η ασφάλεια των παιδιών και της μητέρας τους πρέπει να είναι η κυρίαρχη προτεραιότητα.

    Διαβάστε αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους έχει καταρριφθεί η ψευδοθεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης»: «Η απάτη της γονεϊκής αποξένωσης»

    Αξίζει να επισημανθεί ότι στα απαντητικά του σχόλια στην αξιολόγηση της GREVIO, το νεοσύστατο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, παρότι απάντησε σε σειρά επισημάνσεων της επιτροπής παρέχοντας διευκρινίσεις και παραθέτοντας μέτρα που βρίσκονται υπό σχεδιασμό, απέφυγε να απαντήσει έστω και μία λέξη σχετικά με τα προβλήματα του «Νόμου Τσιάρα» και την νομιμοποίηση της ψευδοθεωρίας της «γονεϊκής αποξένωσης» από την κυβέρνηση και τις δικαστικές αρχές.

    Διαβάστε μια μελέτη περίπτωσης για το πώς η ψευδοθεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης» απειλεί ένα δεκάχρονο κορίτσι που έχει καταγγείλει τη σεξουαλική του κακοποίηση από τον πατέρα του: «Ένα κορίτσι 10 ετών κατήγγειλε τη σεξουαλική του κακοποίηση — απέναντί του βρίσκει το επικίνδυνο λόμπι της “γονεϊκής αποξένωσης”»

    Το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι ο δεύτερος διακρατικός οργανισμός, μετά τον ΟΗΕ, που ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για την επιμονή της στην ψευδοθεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης». Τον περασμένο Απρίλιο, η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τη Βία κατά των Γυναικών και των Κοριτσιών σύστησε στα κράτη-μέλη, σε δική της έκθεση, «να νομοθετήσουν την απαγόρευση της χρήσης της γονεϊκής αποξένωσης ή συναφών ψευδο-εννοιών σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου και τη χρήση των υποτιθέμενων εμπειρογνωμόνων σε θέματα γονεϊκής αποξένωσης και συναφών ψευδο-εννοιών». 

    To Manifold στο Διεθνές Forum Δημοσιογραφίας του iMEdD 2023

    To Manifold συμμετέχει στο Διεθνές Forum Δημοσιογραφίας του iMEdD 2023, που θα διεξαχθεί από τις 28 ως τις 30 Σεπτεμβρίου στους χώρους του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου – Πειραιώς 260. Το Forum θα περιλάβει συνεδρίες για την κλιματική κρίση, το μεταναστευτικό/προσφυγικό, την ελευθερία του Τύπου και πολλά ακόμη θέματα. 

    Είμαστε πολύ χαρούμενοι/ες που θα λάβουμε μέρος στη συζήτηση με τίτλο: «Απελευθέρωση δεδομένων: Ο αγώνας των δημοσιογράφων για ανοικτή πληροφόρηση και λογοδοσία», το Σάββατο 30/9, στις 15.30. Το πάνελ έχει στόχο να διερευνήσει την ανταπόκριση των δημοσίων αρχών στα δημοσιογραφικά αιτήματα για πληροφόρηση, να συζητήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι όταν ζητούν δεδομένα και να εξετάσει τις πρωτοβουλίες που μπορούν να αναλάβουν προκειμένου να ωθήσουν τις κυβερνήσεις να δημοσιοποιήσουν κρίσιμες πληροφορίες με το κοινό. 

    Οι ομιλητές/τριες είναι οι: Eva Belmonte, Investigative Journalist/Director, Civio; Kateryna Reznikova, Investigative Journalist/Editor, Kloop Media; Jeremy Singer-Vine, Director, The Data Liberation Project; και Αυγουστίνος Ζενάκος, Journalist, The Manifold. Τη συζήτηση θα συντονίσει η Κέλλυ Κική, Project Manager iMEdD Lab/Data Journalist.

    Η ομάδα του Manifold θα βρίσκεται επίσης στο Media Village, μαζί με διακεκριμένους οργανισμούς από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο, όπως οι Africa Women Journalism Project, Committee to Protect Journalists, Data and Web Science Lab, Dromómanos, European Data Journalism Network, European Journalism Centre, European Press Prize,  porCausa, Global Investigative Journalism Network, Investigative Reporting Lab Macedonia, Kloop, Long Road Magazine, MIIR, Organized Crime and Corruption Reporting Project, Radio Panteion, Solomon & World Press Photo

    Η παρακολούθηση του Forum είναι ελεύθερη. Μπορείτε να εγγραφείτε εδώ: https://forum.imedd.org 

    Ελπίζουμε να σας δούμε εκεί!

    Τα κρυμμένα παιδιά

    Το δεύτερο ντοκιμαντέρ που βασίζεται στην έρευνα του Manifold για το σύστημα παιδικής προστασίας στην Ελλάδα είναι ελεύθερα διαθέσιμο στην πλατφόρμα του VICE Greece.

    Το δεύτερο ντοκιμαντέρ που βασίζεται στην έρευνα του Manifold για το σύστημα παιδικής προστασίας στην Ελλάδα είναι ελεύθερα διαθέσιμο στην πλατφόρμα του VICE Greece. Το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1 στις 29 Ιουνίου 2023.

    Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζεται η παιδική και εφηβική αναπηρία στην Ελλάδα τόσο από την άποψη των επίσημων πολιτικών όσο και από την άποψη των διαδεδομένων προκαταλήψεων και στερεοτύπων. Συγκεκριμένα, εξετάζει, πρώτον, τις πολιτικές αποκλεισμού των ανάπηρων παιδιών από την ευρύτερη κοινότητα, οι οποίες τα καταδικάζουν είτε στον εγκλεισμό σε ιδρύματα είτε σε «ειδικούς» χώρους μάθησης ή/και απασχόλησης/ψυχαγωγίας.

    Δεύτερον, το πώς οι πολιτικές αυτές στερούν από τα ανάπηρα παιδιά τη δυνατότητα να αναπτύξουν δεξιότητες που για το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό από αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια λειτουργική και αυτοεξυπηρετούμενη ζωή και σε κάθε περίπτωση σε σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής που απολαμβάνουν. Επίσης, το πώς οι πολιτικές αυτές οδηγούν σε έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων, αναπαράγοντας εντέλει το ιδρυματικό μοντέλο.

    Τρίτον, τον κοινωνικό διαχωρισμό που γεννούν και αναπαράγουν αυτές οι πολιτικές, με αποτέλεσμα ούτε τα ανάπηρα παιδιά να έρχονται σε επαφή με τυπικής ανάπτυξης συνομήλικους και συνομήλικές τους ούτε η ευρύτερη κοινότητα να μαθαίνει να ζει μαζί με ανάπηρους ανθρώπους.

    Τέταρτον, το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών, δηλαδή το γεγονός ότι καθώς τα μη ανάπηρα παιδιά μεγαλώνουν δίχως ανάπηρα παιδιά στο περιβάλλον τους, ως ενήλικες πλέον αντιμετωπίζουν τα ανάπηρα άτομα με άγνοια, αμηχανία, δυσκολία επικοινωνίας και αισθήματα οίκτου και φρίκης που οδηγούν στην περαιτέρω περιθωριοποίηση.

    Στην κάμερα του VICE μιλούν, μεταξύ άλλων, ο Βαγγέλης Τσαγανός, ο οποίος μεγάλωσε στο ΠΙΚΠΑ, ο ανάπηρος ακτιβιστής και σκηνοθέτης, Αντώνης Ρέλλας, η συνήγορος του παιδιού, Θεώνη Κουφονικολάκου, ο Διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, ψυχίατρος Γιώργος Νικολαΐδης, η Ιωάννα Κουβαριτάκη, δικηγόρος και μητέρα δύο παιδιών, ενός τυπικής και ενός μη τυπικής ανάπτυξης

    Σεξουαλική κακοποίηση:
    Παιδιά δίχως προστασία

    Παρουσίαση/Αφήγηση: Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου
    Σκηνοθεσία: Κώστας Παπαδάκης
    Παραγωγή: Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου, Αυγουστίνος Ζενάκος
    Έρευνα: The Manifold
    Οπερατέρ: Κώστας Παπαδάκης, Θοδωρής Ποπέσκου
    Ηχοληψία: Βασίλης Ζαμπίκος
    Μοντάζ: Μαρία Κουνάβη

    Διάλογος για την Ενέργεια: Μια συζήτηση με τους εκπροσώπους των κομμάτων

    Μια συστηματική καταγραφή των απόψεων των κομμάτων για το μέλλον του ενεργειακού χάρτη.

    Στην προηγούμενη προεκλογική περίοδο, πριν τις εκλογές της 21ης Μαΐου, το ζήτημα του ενεργειακού σχεδιασμού φάνηκε προς στιγμήν να αναβαθμίζεται σε ένα από τα κεντρικά επίδικα του κομματικού ανταγωνισμού. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούσε η επιλογή να περιληφθεί μια ενότητα “Ενέργεια” στις θεματικές του επίσημου debate στις 10 Μαΐου.

    Η ξαφνική ώθηση που έλαβε το ζήτημα της ενέργειας δεν είναι ανεξήγητη. Αντίθετα, την επομένη μιας οδυνηρής ενεργειακής κρίσης -αναπόφευκτη μάλλον παρενέργεια ενός ενεργειακού χάρτη που βασίζεται στις διαθέσεις των αγορών φυσικού αερίου- η οποία οδήγησε σε μια πληθωριστική έκρηξη και μια σειρά κερδοσκοπικών επεισοδίων που εκτόξευσαν τις τιμές των αγαθών, αυτή η συζήτηση ήταν πια όχι απλά θεμιτή, αλλά απαραίτητη.

    Ωστόσο, η δεύτερη προεκλογική περίοδος του Ιουνίου αφιερώθηκε περισσότερο στην “τέχνη του -δημοσιονομικά- εφικτού” των προγραμμάτων, παραγκωνίζοντας τις προοπτικές χάραξης πολιτικής – στην ενέργεια και άλλους τομείς.

    Καθώς αποδείχθηκε όμως πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός αποτελεί το υπόβαθρο της οικονομικής δραστηριότητας, με τα εγκαίνια του τρίτου φακέλου των Manifold Files, Ημερολόγια Ενεργειακής Μετάβασης, αποφασίσαμε να επιχειρήσουμε μια συστηματική καταγραφή των απόψεων των κομμάτων για το μέλλον του ενεργειακού χάρτη.

    Την πρόσκληση αποδέχθηκαν εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και του ΜέΡΑ25. Παρά τη συστηματική μας προσπάθεια να συνεννοηθούμε με τα αρμόδια στελέχη, η Νέα Δημοκρατία δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση (περισσότερα εδώ).

    Ο Γιώργος Σταθάκης, πρώην υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία μιλάει για την πρόταση ενός αποκεντρωμένου συστήματος παραγωγής ενέργειας, την αλλαγή στάσης του κόμματος για τις εξορύξεις και τις επιδόσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας μέσα στην κρίση.

    Ο Χάρης Δούκας, Τομεάρχης Ενέργειας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής και Αναπληρωτής Καθηγητής του ΕΜΠ μιλάει για τα διαχρονικά λάθη της εγχώριας ενεργειακής στρατηγικής, τους κινδύνους της πρωτοκαθεδρίας του φυσικού αερίου και τις νομοθετικές αποτυχίες γύρω από τις ενεργειακές κοινότητες.

    Ο Γρηγόρης Λιονής, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και υπεύθυνος του Τομέα Οικονομίας του ΚΚΕ επεξηγεί τους μύδρους του κόμματος κατά της «πράσινης ανάπτυξης», διασαφηνίζει τη θέση του κόμματος για την κλιματική αλλαγή και προκρίνει έναν ενεργειακό χάρτη βασισμένο στα εγχώρια ορυκτά καύσιμα και τα υδροηλεκτρικά.

    Ο Γιάνης Βαρουφάκης, γραμματέας του ΜέΡΑ25, απαντά στα ερωτήματα μας για τις αγορές ενέργειας, τον ρόλο των ενεργειακών κοινοτήτων, τις εξορύξεις φυσικού αερίου και τη δημόσια συζήτηση για την κλιματική αλλαγή.

    Μια οφειλόμενη απάντηση για το κορίτσι που μίλησε και το δικαστήριο που το αγνόησε

    Η δικηγόρος του πατέρα στον οποίο το δικαστήριο έδωσε επικοινωνία και διανυκτέρευση με το παιδί του που τον έχει καταγγείλει για σεξουαλική κακοποίηση, κάνει λόγο για «βιομηχανία κατασκευής “κακοποιητών”», προάγοντας τον μύθο του κινήματος «ανδρικών δικαιωμάτων» ότι οι μητέρες βάζουν τα παιδιά τους να κατηγορούν ψευδώς τους πρώην συζύγους τους για να τους «αποξενώσουν» από αυτά.

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου

    Εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», Star Channel

    Εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», Star Channel

    Star Channel

    Προ ημερών, δημοσιεύσαμε ένα άρθρο μου για μια δικαστική απόφαση που έδωσε επικοινωνία και διανυκτέρευση σε πατέρα, τον οποίο η κόρη έχει καταγγείλει για σεξουαλική κακοποίηση. Με πολύ συνοπτικό τρόπο, έγραψα πως μολονότι το κορίτσι μίλησε για την κακοποίησή του στην παιδίατρό του, στη δασκάλα του, στη νονά του, στη μητέρα του και στην κολλητή του, και παρά το γεγονός ότι η ποινική διαδικασία είναι ανοιχτή, το δικαστήριο το έστειλε να κοιμηθεί με αυτόν που κατηγορεί ότι την βίαζε.

    Την επόμενη μέρα, η δικηγόρος κ. Φιλοθέη Βαρσάμη (η οποία μαζί με την κ. Σταυρούλα Παπαδέα εκπροσωπεί τον καταγγελλόμενο για σεξουαλική κακοποίηση πατέρα στο αστικό σκέλος της υπόθεσής του και συνεργάζεται με τον κ. Αλέξη Στεφανάκη ο οποίος χειρίζεται το ποινικό σκέλος) δημοσίευσε μια ανάρτηση στο facebook. Στην ανάρτησή της, ισχυρίζεται ότι αποκαθιστά την αλήθεια γύρω από την δικαστική απόφαση, αναγκαζόμενη να το πράξει από την «παραπληροφόρηση» την οποία διασπείρει η δικηγόρος της μητέρας του κοριτσιού, κ. Αντωνία Λεγάκη, με δημόσιες τοποθετήσεις της. 

    Αν και η κ. Βαρσάμη αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά σε όσα έχει υποστηρίξει η κ. Λεγάκη, σε σχόλιό της στην ανάρτησή της φωτογραφίζει και εμένα, λέγοντας μάλιστα ότι στενοχωρήθηκε για όσα έγραψα και διερωτώμενη πώς είναι δυνατόν να τα γράφω από τη στιγμή που ήμουν στο δικαστήριο και είδα όσα έγιναν. Το γεγονός ότι αναφέρεται σε μένα, βέβαια, δεν θα ήταν από μόνο του επαρκής λόγος για να σχολιάσω τα γραφόμενά της, καθώς αυτό που με ενδιαφέρει σε αυτή την υπόθεση — όπως και σε πληθώρα άλλων, πολύ παρόμοιων, που παρακολουθώ — είναι η συνεχιζόμενη έρευνα της δημοσιογραφικής ομάδας μας για τους τρόπους με τους οποίους οι αρχές αποτυγχάνουν να προστατέψουν τα παιδιά που μιλούν για τη σεξουαλική κακοποίησή τους. Μια δικηγόρος η οποία προσπαθεί να παρουσιάσει στα κοινωνικά δίκτυα την υπόθεση του πελάτη της με θετικό τρόπο, τονίζοντας εκείνα τα σημεία που θεωρεί πως τον συμφέρουν, δεν είναι δα και τίποτε αναπάντεχο, ενώ η μικρή υποκρισία του να το κάνει κατηγορώντας την ίδια στιγμή την αντίπαλό της ότι «τηλεδικεί» εύκολα συγχωρείται.

    Αυτό που δεν συγχωρείται τόσο εύκολα είναι το εξής: αυτά που γράφει η κ. Βαρσάμη, δεν είναι απλώς η υπερασπιστική γραμμή ενός συγκεκριμένου καταγγελλόμενου για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού του· είναι ένα ολόκληρο μοτίβο που αποτελεί το κυριότερο όπλο του αντιδραστικού κινήματος «ανδρικών δικαιωμάτων», γνωστού και ως λόμπι υπέρ της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, και προάγει τον μύθο ότι οι μητέρες κατασκευάζουν κατηγορίες κακοποίησης για να αποξενώσουν τα παιδιά από τους πατεράδες τους. Αυτή είναι η ουσία της ανάρτησης, όσο κι αν είναι γραμμένη με ομολογουμένως μειλίχιο ύφος και καρυκευμένη με διάφορα disclaimers που ναρκώνουν τα αντανακλαστικά των αναγνωστριών και των αναγνωστών.

    Αν προσπεράσουμε, για την ώρα, τα καρυκεύματα, τι λέει η ανάρτηση, αλλά και τα πρόσθετα σχόλια, της κ. Βαρσάμη;

    Πρώτον, ότι οι καταγγελίες του παιδιού δεν έχουν σημασία. Τις αποκαλεί «φερόμενες», υποβαθμίζει ότι το κορίτσι μίλησε στην παιδίατρό του, στη δασκάλα του, στη νονά του και στην κολλητή του και υποστηρίζει ότι η κατηγορία βασίζεται «κυριαρχικά» στη γνωμάτευση της ψυχολόγου, η οποία είδε το παιδί.

    Δεύτερον, ότι επειδή υπάρχουν αναφορές εναντίον της ψυχολόγου από άλλους πατεράδες, οι οποίοι κατηγορούνται από τα παιδιά τους ότι τα έχουν κακοποιήσει, οι γνωματεύσεις της τόσο γι’ αυτούς όσο και για τον δικό της πελάτη «αποδεικνύεται» ότι είναι ψευδείς.

    Τρίτον, ότι είναι απίθανο μία ψυχολόγος να έχει εντοπίσει δεκαέξι ή τριάντα πατεράδες που κακοποιούσαν τα παιδιά τους μέσα σε τέσσερα χρόνια, και ότι ο υπερβολικός αυτός αριθμός, μαζί με τις αναφορές, δείχνει μια «βιομηχανία κατασκευής “κακοποιητών”».

    Τέταρτον, ότι οι «αιχμές» που αφήνονται για την οικονομική ευρωστία του πελάτη της (ο οποίος είναι απλώς ένας «υψηλά αμειβόμενος ιδιωτικός υπάλληλος») δεν έχουν σχέση με το αποτέλεσμα της δίκης.

    Πέμπτον, ότι δεν υπάρχει περίπτωση μια πρόεδρος δικαστηρίου να έχει στοιχεία ότι ένας πατέρας βίαζε το παιδί του και να του δώσει διανυκτέρευση.

    Ας εξετάσουμε λοιπόν αυτούς τους ισχυρισμούς.

    Πρώτον, σύμφωνα με τη συντριπτική πλειονότητα των έγκυρων ειδικών — και το γνωρίζουμε καλά διότι ερευνούμε το θέμα την τελευταία πενταετία — στις υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης, οι καταγγελίες του παιδιού αποτελούν το πρώτο και κύριο πειστήριο. Είναι εξαιρετικά σπάνιο να γίνονται ψευδείς καταγγελίες και ακόμη πιο σπάνιο να γίνονται εναντίον προσώπου που το παιδί αγαπάει και εμπιστεύεται, όπως είναι ένας γονέας. Επίσης, είναι τρομερά δύσκολο να υποστηρίξει ένα μικρής ηλικίας παιδί ότι του συνέβησαν πράγματα που δεν ανήκουν, λόγω ηλικίας, στην πραγματικότητά του, όπως είναι οι παραβιαστικές σεξουαλικές πράξεις, αν αυτές δεν του έχουν πράγματι συμβεί.

    Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι καταγγελίες του παιδιού είναι λεπτομερέστατες. Το να τις αποκαλεί η κ. Βαρσάμη «φερόμενες», πέρα από νομικίστικη φιοριτούρα, δεν δείχνει παρά την προσπάθεια υποβάθμισης του γεγονότος ότι εδώ υπάρχει ένα παιδί που μιλάει. Λογικό ως υπερασπιστική γραμμή. Εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχει κι άλλη, ο μόνος τρόπος να μην είναι κακοποιητής ο πατέρας είναι να λέει ψέματα το παιδί. Αφού, όμως, η κ. Βαρσάμη αποφάσισε να παίξει αυτό το παιχνίδι και εκτός δικαστικής αίθουσας, ας μην νομίζει τουλάχιστον ότι είμαστε όλες και όλοι το ίδιο ανίδεες/οι για ό,τι λέει η διεθνής επιστημονική κοινότητα για τις καταγγελίες των παιδιών με αυτές και αυτούς που την χειροκροτούν κάτω από την ανάρτησή της.

    Δεύτερον, δεν έχω κανέναν λόγο να μπω στην ουσία του αν η συγκεκριμένη ιατροδικαστική ψυχολόγος είναι καλή ή κακή στη δουλειά της. Η κ. Βαρσάμη από την πλευρά της μπορεί να λέει ότι δεν έχουν γίνει αυτά που γράφει η γνωμάτευση, η δουλειά της είναι, όπως είπαμε, αν και το να κάνει λόγο για «ολίγον βιασμό», όπως έκανε στο δικαστήριο, θέτει μάλλον ένα ζήτημα ορίων. Σε κάθε περίπτωση, έχω ορισμένες παρατηρήσεις για όποια και όποιον ενδιαφέρεται να σκεφτεί τι προσπαθεί εδώ να πετύχει η κ. Βαρσάμη.

    Οι αναφορές των 16 πατεράδων στον Άρειο Πάγο εναντίον της συγκεκριμένης παιδοψυχολόγου βρίσκονται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Συνεπώς, όλες και όλοι μας, συμπεριλαμβανομένης της κ. Βαρσάμη, θα πρέπει να περιμένουμε. Στο μεταξύ, το γεγονός από μόνο του ότι έχουν κάνει αναφορές δεν σημαίνει επουδενί ότι οι γνωματεύσεις της ψυχολόγου είναι «αποδεδειγμένης αναξιοπιστίας», όπως διατείνεται ωσάν να είναι πασιφανές η κ. Βαρσάμη.

    Ούτε βεβαίως σημαίνει ότι αυτοί οι καταγγελλόμενοι ως κακοποιητές «τράκαραν στα καλά καθούμενα [sic] με μια τέτοια γνωμάτευση», όπως γράφει. Είναι γραμμένο με περικοκλάδες, οπότε δεν ξέρω αν το συνειδητοποιεί κανείς διαβάζοντάς το γρήγορα, αλλά εδώ η κ. Βαρσάμη λέει ότι οι καταγγελλόμενοι είναι αθώοι. Τι άλλο θέλει να πει, δηλαδή, το «τρακάρω στα καλά καθούμενα»;

    Τρίτον, σύμφωνα με έρευνες του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, το 3% των παιδιών έχουν τουλάχιστον μία εμπειρία βιασμού ή απόπειρας βιασμού. Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, η σεξουαλική κακοποίηση οποιασδήποτε μορφής αφορά ακόμη περισσότερα παιδιά. Όχι ένα στα 30 αλλά ένα στα πέντε. Ταυτόχρονα, όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών κακοποιούνται όχι από κάποιον άγνωστο αλλά από κάποιον οικείο τους.

    Έτσι για να έχουμε μια τάξη μεγέθους στο μυαλό μας, η απογραφή του 2011 καταμέτρησε τα άτομα κάτω των 14 ετών στην Ελλάδα στα 1.667.000 περίπου. Αν εφαρμόσουμε το 1 στα 5 του Συμβουλίου της Ευρώπης, αυτό σημαίνει ότι 333.400 παιδιά υφίστανται κάποιου είδους σεξουαλική κακοποίηση. Αν εφαρμόσουμε το 1 στα 30 που αφορά τον βιασμό ή την απόπειρα βιασμού, έχουμε 55.566 παιδιά. 

    Πόσο απίθανο φαίνεται τώρα, λοιπόν, από τριακόσιες τριάντα χιλιάδες πιθανές περιπτώσεις, ή έστω από πενήντα πέντε χιλιάδες πεντακόσιες, μία ιατροδικαστική ψυχολόγος με ειδίκευση στην παιδική σεξουαλική κακοποίηση να χειρίζεται 16 υποθέσεις που αφορούν πατεράδες;

    Η χρήση της ορολογίας «βιομηχανία κατασκευής κακοποιητών», πάντως, μοιάζει βγαλμένη από τη διαφημιστική εκστρατεία των συγκεκριμένων καταγγελλόμενων πατεράδων. Και γράφω «διαφημιστική εκστρατεία» επειδή μήνες τώρα οι συγκεκριμένοι έχουν κατακλύσει κανάλια και ιστοσελίδες (Star, Mega, Πρώτο Θέμα και πάει λέγοντας) υποστηρίζοντας την υπόθεσή τους κάτω από τίτλους όπως «Φάμπρικα ψευδών καταγγελιών». Φυσικά, κανένας δημοσιογράφος που τους μιλάει δεν έχει ιδέα για το θέμα της προστασίας των παιδιών για να κάνει έστω μια ερώτηση της προκοπής. Απλώς, αφήνονται ανεξέλεγκτοι να διατυμπανίζουν ότι υπάρχει σκευωρία εναντίον τους από τις πρώην συζύγους τους και την ψυχολόγο.

    Δεν μπορώ να ξέρω από πού αντλεί την πληροφόρησή της η κ. Βαρσάμη ότι «συνάδελφοι» της ψυχολόγου «επικρίνουν σφόδρα» τη μεθοδολογία της ή ότι οι καταγγελλόμενοι που προσφεύγουν εναντίον της ψυχολόγου έχουν «ανέλθει στους 30». Η πιο παλιά πηγή που βρίσκω, πάντως, είναι η κ. Χριστίνα Αντωνοπούλου, ψυχολόγος και αυτή, η οποία μοιράστηκε τις ανησυχίες της σε εκπομπές, όπως λόγου χάρη την «Αλήθειες με τη Ζήνα», οι η οποίες έδωσαν απεριόριστο βήμα στους καταγγελλόμενους πατεράδες. Η κ. Αντωνοπούλου είναι και η πηγή, σε άλλη εκπομπή, της ιστορίας με το δέντρο που γίνεται φαλλός, την οποία ισχυρίζεται ότι περιέλαβε η ψυχολόγος σε γνωμάτευσή της και την οποία αναφέρει η κ. Βαρσάμη σε σχόλιό της. 

    Η κ. Αντωνοπούλου κρατώντας φάκελο όπου λέει ότι περιέχονται οι γνωματεύσεις της ψυχολόγου για τους πατεράδες που έχουν καταγγελθεί από τα παιδιά τους για σεξουαλική κακοποίηση.

    Η κ. Αντωνοπούλου κρατώντας φάκελο όπου λέει ότι περιέχονται οι γνωματεύσεις της ψυχολόγου για τους πατεράδες που έχουν καταγγελθεί από τα παιδιά τους για σεξουαλική κακοποίηση.

    Εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», Star Channel

    Για την ιστορία, ωστόσο, αυτό που η κ. Βαρσάμη δεν λέει είναι ότι οι υποθέσεις των 16 αυτών ανδρών βρίσκονται σε διάφορες φάσεις της ποινικής διαδικασίας, κάποιες στην κύρια ανάκριση, με κάποιους από αυτούς να είναι ήδη κατηγορούμενοι. Όσον αφορά τις μηνύσεις τους κατά της ψυχολόγου, πρόκειται για προφανές βήμα που θα έκανε καθένας που κατηγορείται. Και η ψυχολόγος, προφανώς, έχει αντιμηνύσει για ψευδή καταμήνυση και μηνύσει για συκοφαντική δυσφήμιση. Όλα τούτα, όμως, σε αυτή τη φάση, όπως γνωρίζει, αν και δεν λέει, η κ. Βαρσάμη, είναι απλώς πόλεμος εντυπώσεων από πλευράς της, διότι δεν πρόκειται να εξεταστούν αν δεν προχωρήσουν πρώτα οι κύριες υποθέσεις. Στις κύριες υποθέσεις οι 16 ή οι 30 ή οι όσοι πατεράδες που κατηγορούν την παιδοψυχολόγο, είναι οι ίδιοι καταγγελόμενοι για την σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών τους. Και σε αυτές τις υποθέσεις, όπως και στην υπόθεση του πελάτη της κ. Βαρσάμη, υπάρχουν και άλλα στοιχεία πλην της τεχνικής έκθεσης της παιδοψυχολόγου. Αλλά σταματώ εδώ ως προς αυτό, για την ώρα, καθώς θα επανέλθουμε άμεσα με εκτενή ρεπορτάζ. 

    Τέταρτον, η κ. Βαρσάμη γνωρίζει ότι πέραν των άλλων περιορισμών που ισχύουν για τη δημοσιοποίηση της ταυτότητας καταγγελλόμενων προσώπων, στις περιπτώσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης συντρέχει και ο ακόμη σημαντικότερος περιορισμός της προστασίας της ταυτότητας του παιδιού. Συνεπώς, παίζει μπάλα μόνη της, καθώς ξέρει ότι δεν μπορεί να γίνει γνωστή η ταυτότητα του πελάτη της και συνεπώς η θέση του στο επιχειρηματικό στερέωμα και η συνακόλουθη δικτύωσή του στον επιχειρηματικό και πολιτικό κόσμο.

    Ας μου επιτρέψει, όμως, να ξέρω τι διαφορά κάνει η οικονομική ισχύς και οι διασυνδέσεις ενός διαδίκου σε μια δικαστική διαμάχη, όσο κι αν η ίδια είναι υποχρεωμένη αφενός να υποστηρίξει τον πελάτη της, αφετέρου να διατρανώνει ανά πάσα στιγμή την εμπιστοσύνη της στο δικαστικό σύστημα.

    Πέμπτον, οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές της χώρας συστηματικά αποτυγχάνουν να προστατέψουν τα παιδιά θύματα. Έχουμε συντάξει ολόκληρο φάκελο και έχουμε γυρίσει ολόκληρο ντοκιμαντέρ για το θέμα, για όποιον θέλει να πληροφορηθεί γι’ αυτό το αίσχος, συνεπώς εδώ περιορίζομαι να πω ότι η κ. Βαρσάμη οφείλει να γνωρίζει ότι οι αστυνομικές, ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές συστηματικά παραβιάζουν τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρωτόκολλα χειρισμού τέτοιων υποθέσεων και επιπλέον καθυστερούν ασυγχώρητα να τις διερευνήσουν, με αποτέλεσμα συχνότατα να δίνεται επικοινωνία σε καταγγελλόμενους πατεράδες όταν δεν έχει ασκηθεί ακόμη δίωξη. Εδώ έχουμε ακόμη και υποθέσεις όπου οι πραγματογνωμοσύνες έχουν διεξαχθεί με το δικαστήριο να έχει ήδη παραδώσει το παιδί στην επιμέλεια του πατέρα, τον οποίο έχει καταγγείλει για την σεξουαλική του κακοποίηση. Κι ύστερα περιμένουμε να μιλήσει το παιδί αυτό στην πραγματογνωμοσύνη… Ξέρουμε λοιπόν πολύ καλά τι συμβαίνει στα δικαστήρια και, ναι, μια χαρά δίνουν επικοινωνία σε πατεράδες που τα παιδιά τους καταγγέλλουν κακοποίηση, καταπατώντας κάθε ορθή πρακτική και κάθε παιδικό δικαίωμα.

    Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η πρόεδρος αρνήθηκε να δει το παιδί, αρνήθηκε να δει τα βίντεο από τις συνεδρίες με την παιδοψυχολόγο και αρνήθηκε να εξετάσει μάρτυρες. Της φάνηκαν, το είπε άλλωστε στη δίκη αναφερόμενη στα βίντεο, περιττά για μια διαδικασία προσωρινής διαταγής. Το ότι αυτή η προσωρινή διαταγή αφορούσε την επικοινωνία φερόμενου ως θύτη με το πιθανό θύμα του δεν ήταν αρκετό για να την εξετάσει πιο προσεκτικά. Το πόση εμπιστοσύνη δημιουργεί αυτό στη δικαιοσύνη ας το κρίνει ο καθένας.

    Κι έρχομαι, εν συντομία, σε δύο από τα πολλά καρυκεύματα της ανάρτησης, διότι αν και η βασική τους λειτουργία είναι να θολώνουν την κυνική ουσία της υπερασπιστικής γραμμής, έχουν τη σημασία τους: 

    Πρώτον, η κ. Βαρσάμη λέει πολλά για την ανάγκη να προστατευτεί το παιδί και ψέγει την αντίπαλό της δικηγόρο ότι εκθέτει το παιδί στη δημοσιότητα. Έχει μια πλάκα να το λέει αυτό όταν εργάζεται για ένα γραφείο που έχει ειδική σελίδα media στην ιστοσελίδα του, με τηλεοπτικές εμφανίσεις των δικηγόρων του. Αλλά ας είμαστε καλόπιστες/οι και ας δεχτούμε ότι δεν το εννοεί γενικώς αλλά μόνο για «ευαίσθητες» υποθέσεις. Τυχαίνει, ωστόσο, να έχουμε παρακολουθήσει και τη δίκη για το κύκλωμα μαστροπείας της Ηλιούπολης, στην οποία δικηγόρος του πρωτόδικα καταδικασμένου αστυνομικού ήταν ο συνέταιρος του γραφείου της, κ. Δημήτρης Γκαβέλας, και θυμόμαστε την τακτική εξέτασης του θύματος στο ακροατήριο. Θυμόμαστε επίσης την τακτική εξέτασης του αδελφού του θύματος, ο οποίος έχει διαγνωστεί με νοητική βλάβη. Παρεμπιπτόντως, η κ. Αντωνοπούλου, η ψυχολόγος που επικρίνει τη συνάδελφό της και στόχο των 16 πατεράδων, ήταν τεχνική σύμβουλος του συγκατηγορουμένου του αστυνομικού, αυτού που πρωτόδικα καταδικάστηκε σε 12 χρόνια.

    Και προτού σπεύσει να με κατηγορήσει κανείς ότι προσπαθώ να αμφισβητήσω την αξιοπιστία της κ. Βαρσάμη βάσει των υποθέσεων του γραφείου της — όπως κάνει ο κ. Στεφανάκης σε σχόλιο στην ανάρτησή της μιλώντας μεταξύ άλλων για «αριστεροχώρια» και τέτοια προοδευτικά — να πω ότι καλώς εκπροσωπούν και κατηγορούμενους για μαστροπεία και όποιον άλλον θέλουν. Ιερό το δικαίωμα στην υπεράσπιση και αυτή είναι η δουλειά τους, όλοι κάπως πρέπει να ζήσουμε, να πληρώσουμε το ρεύμα, σούπερ μάρκετ, Κολλέγιο Αθηνών, οτιδήποτε. Όμως, τρόποι εξέτασης θυμάτων υπάρχουν πολλοί και ο επανατραυματισμός δεν είναι μονόδρομος. Ας ελπίσουμε η προηγούμενη πολιτεία του γραφείου να μην επαναληφθεί όταν η προκείμενη υπόθεση φτάσει στο ποινικό ακροατήριο.

    Δεύτερον, διακρίνεται ένα άγχος στην ανάρτηση της κ. Βαρσάμη να πάρει αποστάσεις από το λόμπι της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας. Δύσκολο, βέβαια, δεδομένου ότι κάνει σημαία την «βιομηχανία κατασκευής “κακοποιητών”», πλην όμως απαραίτητο, διότι η ανάρτηση μοιάζει να στοχεύει σε προοδευτικό κοινό. Επίφοβη ισορροπία. 

    Γράφει, επί λέξει: «Το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμε πως αυτό που συμβαίνει ειναι πολύ άδικο για τον πατέρα, αυτό δε σημαίνει ότι αυτόματα είμαστε δίπλα στους τύπους που πιστεύουν ότι οι μπαμπάδες πληρώνουν ακριβό ενοίκιο για την εννιάμηνη κυοφορία του παιδιού τους από τη μητέρα. Όχι απλά δεν είμαστε δίπλα, είμαστε *μακριά από εμάς* και το λέω γιατί βλέπω να έχουν καπως ανοίξει ορέξεις.»

    Η αναφορά εδώ, για τα άτομα που δεν είναι εξοικειωμένα με τη χαβούζα που είναι το λόμπι της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, είναι στον δημοσιογράφο Νίκο Τσιλιπουνιδάκη, ο οποίος έχει πει την αποκαλυπτική αυτή φράση περί «ενοικίου» σε συνέντευξή του στον Γρηγόρη Αρναούτογλου. Ο κ. Τσιλιπουνιδάκης, για όσες/ους δεν γνωρίζουν, ήταν ένας από τους πιο δραστήριους κήρυκες του λόμπι (λεπτομέρειες στο ρεπορτάζ μας), ωσότου ένα δημοσίευμα τον συνέδεσε με το δολοφονημένο μέλος της “Greek Mafia” Γιώργο Μήτσου, με τον οποίο ήταν κουμπάροι και για χάρη του οποίου ο Τσιλιπουνιδάκης φέρεται να επικοινωνούσε με πηγή του στην ΕΥΠ με σκοπό να πληροφορηθεί αν συγκεκριμένα τηλέφωνα που του υποδείκνυε ο κουμπάρος του ήταν επισυνδεδεμένα. Μετά το δημοσίευμα ο πρώην λαλίστατος παράγοντας του ανδρικού κινήματος εξαφανίστηκε από τα κοινωνικά δίκτυα και απολύθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό στον οποίο εργαζόταν. 

    Τι άλλο έχει κάνει ο κ. Τσιλιπουνιδάκης προτού εξαφανιστεί; Μα, έχει διατυμπανίσει την εκστρατεία των 16 καταγγελλόμενων πατεράδων που έχουν κάνει την αναφορά στον Άρειο Πάγο, φυσικά. Με τον συνήθη κομψό του τρόπο, όπως η φράση «Έρχεται μεγάλη φάπα».

    Δημόσιες αναρτήσεις του κ. Τσιλιπουνιδάκη για την «εκστρατεία» των καταγγελλόμενων πατεράδων.

    Δημόσιες αναρτήσεις του κ. Τσιλιπουνιδάκη για την «εκστρατεία» των καταγγελλόμενων πατεράδων.

    Facebook

    Ας μου επιτρέψει λοιπόν η κ. Βαρσάμη να έχω μια επιφύλαξη για το πόσο «μακριά τους» είναι οι μπαμπάδες που θεωρούν ότι πληρώνουν «ακριβό ενοίκιο». Την καταλαβαίνω, βέβαια, την ανάγκη της να γράψει ότι παίρνει αποστάσεις. Δεν είναι εύκολο να είσαι η «φάπα» του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη.

    Ελπίζω να είναι πλέον προφανές ότι αυτό το μακροσκελές σημείωμα στοχεύει πολύ πέρα από την ανάρτηση μιας δικηγόρου που κάνει τη δουλειά της και συγκεκριμένα τον λάκκο με τις οχιές που προσπαθεί να εγκαταστήσει στη δημοσιότητα το μύθευμα για τις μητέρες που «κατασκευάζουν» κακοποιητές για να «αποξενώσουν» τους πρώην συζύγους τους από τα παιδιά τους.

    Τα υπόλοιπα στο ρεπορτάζ.

    Ενημέρωση 11/11/2023: Διαβάστε το ρεπορτάζ: «Ένα κορίτσι 10 ετών κατήγγειλε τη σεξουαλική του κακοποίηση — απέναντί του βρίσκει το επικίνδυνο λόμπι της «γονεϊκής αποξένωσης»

    Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη Μαρφίν

    «Χρέος τιμής για την Πολιτεία» αποκάλεσε ο πρωθυπουργός την τιμωρία των ενόχων για τον εμπρησμό της τράπεζας Μαρφίν και τον θάνατο τριών ανθρώπων. Ωστόσο, αν αφήσει κανείς στην άκρη όλους τους τρόπους με τους οποίους το έγκλημα στη Μαρφίν εργαλειοποιήθηκε σε δημόσιες πολιτικές διαμάχες, το μόνο που έχει επιτύχει η Πολιτεία τα δεκατρία αυτά χρόνια είναι να συκοφαντήσει και να ταλαιπωρήσει απίστευτα δύο αθώους ανθρώπους και να ταΐσει ανεκδιήγητα ψεύδη την κοινή γνώμη. Μόνο να απελπιζόμαστε μπορούμε όταν σκεφτόμαστε τι θα είχε κάνει αν δεν επρόκειτο για «χρέος τιμής».

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και του Αυγουστίνου Ζενάκου

    Στιγμιότυπο από το δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ, 3 Απριλίου 2021

    Στιγμιότυπο από το δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ, 3 Απριλίου 2021

    Δεκατρία χρόνια σήμερα από τη μέρα του εμπρησμού της τράπεζας Μαρφίν και ο πρωθυπουργός έγραψε πως «η τιμωρία των ενόχων παραμένει χρέος τιμής για την Πολιτεία». 

    Πριν από τρία χρόνια, μετά την τελετή τοποθέτησης αναμνηστικής πλακέτας στην οδό Σταδίου, είχαν εμφανιστεί σε κάποια μέσα ενημέρωσης πληροφορίες για «νέα στοιχεία», που οδηγούν μάλιστα σε κατηγορίες για «τρομοκρατική οργάνωση». 

    Πριν από δύο χρόνια, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είχε ανακοινώσει πως «από την Εισαγγελία Αθηνών διετάχθη προκαταρκτική διερεύνηση αδικημάτων για την υπόθεση της Μαρφίν, κατόπιν νέων στοιχείων που προσκομίσθηκαν από την ΕΛ.ΑΣ.». 

    Έκτοτε, δεν ακούστηκε κάτι. Μέχρι σήμερα που ο πρωθυπουργός θυμήθηκε το «χρέος τιμής» της Πολιτείας.

    Η διατύπωση «χρέος τιμής», ωστόσο, μοιάζει περισσότερο με εμπαιγμό, αν εξετάσει κανείς τους χειρισμούς της αστυνομίας και των αρμοδίων αρχών για την εξιχνίαση της υπόθεσης, οι οποίοι μάλιστα εξακολουθούν να μην είναι ευρέως γνωστοί παρά την ογκωδέστατη αρθρογραφία γύρω από την τραγωδία. Και όσο επιμένει κανείς να εξετάζει ποιες αποφάσεις ελήφθησαν και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε από τις αρμόδιες αρχές, ενώ παράλληλα ο εμπρησμός αυτός γινόταν ένα από τα κυριότερα όπλα των δημοσιολόγων και των πολιτικών που ξιφουλκούσαν στη δημόσια σφαίρα, τόσο περισσότερο οι απορίες πληθαίνουν.

    Προσαγωγές, προληπτικές και μη

    Στις 5 Μαΐου 2010, το κέντρο της Αθήνας κατακλύστηκε από διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τα τότε επικείμενα μέτρα που θα λάμβανε η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου στο πλαίσιο της υπαγωγής της Ελλάδας σε “πρόγραμμα σταθερότητας”.

    Μολονότι είχε κηρυχθεί γενική απεργία, στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου, την ώρα της διαδήλωσης οι υπάλληλοι εργάζονταν. Εξαιτίας της διαδήλωσης, το υποκατάστημα ήταν κλειστό για το κοινό και, όπως έγινε γνωστό αργότερα, οι υπάλληλοι είχε συμβεί και άλλες φορές να εργάζονται σε μέρες απεργιών και διαδηλώσεων – ακόμη και διαδηλώσεων στις οποίες είχαν σημειωθεί ταραχές.

    Εκείνη την ημέρα, δυστυχώς, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Άγνωστοι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Marfin, το βιβλιοπωλείο “Ιανός”, καθώς και άλλα κτήρια στη Σταδίου. Οι περισσότεροι υπάλληλοι κατόρθωσαν να βγουν ζωντανοί από τη φωτιά στη τράπεζα, κάποιοι από τα μπαλκόνια, κάποιοι από το διπλανό κτήριο, ένας τουλάχιστον από την κύρια είσοδο. Τρεις, η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης και η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (η οποία, όπως δημοσιοποιήθηκε, ήταν έγκυος) έχασαν τη ζωή τους από τις αναθυμιάσεις.

    Λίγες ώρες μετά τον εμπρησμό, η αστυνομία πραγματοποιεί εφόδους σε καταλήψεις και στέκια του αντιεξουσιαστικού χώρου και προσάγει δεκάδες άτομα. Μετά από μια αναμονή περίπου επτά ωρών σε έναν διάδρομο της ΓΑΔΑ (Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής), όλοι οι προσαχθέντες αφήνονται ελεύθεροι. Δεν συλλαμβάνεται κανένας και κανένας δεν παραπέμπεται στον ανακριτή.

    Ύστερα, η αστυνομία μοιάζει να μην κάνει τίποτε άλλο για την υπόθεση, για έναν ολόκληρο χρόνο. Ωστόσο, με αφορμή τον εμπρησμό της Marfin, ενεργοποιείται εκ νέου το περίφημο δόγμα της “προληπτικής προσαγωγής”. Βάσει αυτού, όλα τα επόμενα χρόνια, η αστυνομία θα εγκαταστήσει ομάδες της κυρίως έξω από σταθμούς του μετρό και θα προσάγει όποιον δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται καθ’ οδόν προς μια διαδήλωση. Οι προσαχθέντες κατά κανόνα θα κρατούνται για μερικές ώρες, ως το πέρας της διαδήλωσης, και στη συνέχεια θα αφήνονται ελεύθεροι.

    Ένα ανώνυμο σημείωμα

    Τον Απρίλιο του 2011, λίγο πριν την πρώτη επέτειο του εμπρησμού της Marfin, αστυνομικοί με πολιτικά εμφανίζονται μπροστά στο σπίτι του Θ. και του ζητούν να τους ακολουθήσει. “Μια απλή προσαγωγή” του λένε, δίχως άλλες διευκρινίσεις. Αναγκαστικά, επιβιβάζεται στο αυτοκίνητό τους και τον οδηγούν στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής. Δεν του λένε ποτέ γιατί βρίσκεται εκεί, παρά μόνο του ζητούν να φορέσει διάφορα πράγματα: ένα τζόκεϊ, ένα ζευγάρι γυαλιά. Ο Θ. αντιλαμβάνεται ότι συμμετέχει σε μια διαδικασία αναγνώρισης, όμως ποτέ δεν του αναφέρουν για ποιο θέμα. Δεν του επιτρέπουν να ειδοποιήσει κανέναν ούτε έχει πρόσβαση σε δικηγόρο. Τον κρατούν συνολικά οκτώ ώρες.

    Παράλληλα, η εισαγγελία έχει ήδη ζητήσει προκαταρκτική εξέταση. Προτού φύγει από τη ΓΑΔΑ, ο Θ. παραλαμβάνει κλήση να παράσχει, πλέον, “έγγραφες εξηγήσεις”. Για ποιο πράγμα τις οφείλει αυτές τις εξηγήσεις το μαθαίνει τις αμέσως επόμενες μέρες, όταν ο δικηγόρος του, Δημήτρης Κατσαρής, παραλαμβάνει τη δικογραφία που έχει σχηματιστεί.

    Ο Θ., μαζί με δύο ακόμη άτομα, τον Λ. και τον Τ., θεωρείται ύποπτος για τον εμπρησμό της Marfin. Ο λόγος για τον οποίον η Ελληνική Αστυνομία έχει καταλήξει σe αυτούς τους υπόπτους είναι ένα ανώνυμο σημείωμα που ισχυρίζεται ότι έχει λάβει λίγες μέρες νωρίτερα, από άγνωστο αποστολέα. Το σημείωμα γράφει επί λέξει τα εξής (παραλείπουμε ονόματα, διευθύνσεις και τηλέφωνα και διατηρούμε ορθογραφία και στίξη):

    Δεν θέλω να πω όνομα ειμαι ενας πολιτης και θέλω να πω μόνο ότι οι αναρχικοι απ τα εξαρχεια πάνε στην κερατατέα μολότοφ για να πετάνε στους αστυνομικους στις φασαρίες που γινονται για το χυτα

    Τρεις από αυτούς που κάνουν κουμαντό είναι ο […] μένει στην […] και εχει τηλεφωνο […], ο […] ΕΧΕΙ ΈΝΑ […] και […] το τηλεφωνο αυτού είναι […] […] Αυτος μένει […] Αυτοί και άλλοι είναι μπλεγμένοι στα επισοδια στην αθήνα, πάνττα πάνε ήταν και στο κάψιμο στην ΜΑΡΦΙΝ ΤΗΝ 5 ΜΑΗ 2010 μπροσταρηδες.

    Από τη δικογραφία, ο Θ. και η υπεράσπισή του μαθαίνουν ότι, σύμφωνα με την αστυνομία, ο ίδιος μαζί με άλλα άτομα έκαψαν την τράπεζα προκαλώντας τον θάνατο των τριών θυμάτων, ενώ ο ίδιος ο Θ. φέρεται να πέταξε τη μοιραία μολότωφ.

    Ωστόσο, από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, για τους δύο άλλους “υπόπτους” που αναφέρονται στο ανώνυμο σημείωμα της αστυνομίας, προκύπτουν στοιχεία πως δεν εμπλέκονται στον εμπρησμό. Για τον μεν Λ. προκύπτει 100% αναγνώριση από αυτόπτη μάρτυρα πως όχι μόνο δεν συμμετείχε στην επίθεση στην τράπεζα, αλλά ότι προσπαθούσε να αποτρέψει την επίθεση στον “Ιανό”. Για τον δε Τ., προκύπτει ότι ακριβώς τη στιγμή του εμπρησμού, μολονότι βρισκόταν κοντά στην τράπεζα, είχε μια άσχετη τηλεφωνική συνομιλία, συνεπώς ήταν αδύνατον ταυτόχρονα να συμμετέχει στην επίθεση.

    Από τους τρεις αναφερόμενους στο σημείωμα, μόνο ο Θ. παραμένει υπό ανάκριση. Όμως, από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι υπάρχει και άλλο ένα άτομο, ο Π., που δεν αναφέρεται στο ανώνυμο σημείωμα, και κατηγορείται για τον εμπρησμό του “Ιανού”, με βάση αναγνώριση μιας φωτογραφίας κατά 70% από αυτόπτη μάρτυρα.

    Η εμφάνιση του Θ. στον ανακριτή ορίζεται για τις 5 Μαΐου 2011, ανήμερα της επετείου του εμπρησμού. Ήδη ορισμένα μέσα ενημέρωσης δημοσιεύουν διαρροές ότι υπήρξαν «συλλήψεις για τη Marfin και τον Ιανό», φωτογραφίζοντας τους προσαχθέντες.

    Στο υπόμνημα που καταθέτει ο δικηγόρος του Θ. επισημαίνονται με σαφήνεια τα προβλήματα της δικογραφίας. Λόγου χάρη, στη δικογραφία περιλαμβάνεται σειρά φωτογραφιών, τις οποίες είχε τραβήξει φωτογράφος πίσω από τη τζαμαρία του “Ιανού”, όπου φαίνεται η ομάδα ατόμων για την οποία αυτόπτες μάρτυρες έχουν υποστηρίξει πως την είδαν να βάζει φωτιά στη Marfin. Σε αυτήν πρωτοστατεί ένας νεαρός με καλυμμένο πρόσωπο, γυαλιά και τζόκεϊ, μαύρη μπλούζα, τζιν παντελόνι και αθλητικά παπούτσια. Οι φωτογραφίες είναι πράγματι τραβηγμένες ακριβώς λίγο πριν και λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, όταν ξέσπασε η φωτιά. Το ίδιο άτομο με την ίδια αμφίεση εμφανίζεται και σε άλλη σειρά φωτογραφιών, από κάμερα κοντά στη Συγγρού, λίγο μετά τον εμπρησμό.

    Ωστόσο, στην ίδια τη δικογραφία, περιλαμβάνονται και φωτογραφίες από κάμερα της τράπεζας Eurobank, στη γωνία Αιόλου και Σταδίου, στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα ο Θ., δεκαπέντε λεπτά περίπου πριν τον εμπρησμό, να ακολουθεί την πορεία. Από τις φωτογραφίες της κάμερας της τράπεζας προκύπτει ότι φορούσε διαφορετικού χρώματος τζόκεϊ και διαφορετικά ρούχα από το άτομο που αυτόπτες αναγνώρισαν ως εμπρηστή της Marfin.

    Συγχαρητήρια για τον πελάτη σας!

    Θα περάσει σχεδόν ενάμισης χρόνος από την προκαταρκτική εξέταση και την υποβολή του υπομνήματος, ωσότου να διεξαχθεί η ανάκριση. Μόνοι ύποπτοι πια απομένουν ο Θ. για τον εμπρησμό της Marfin και ο Π. για τον εμπρησμό του Ιανού.

    Όταν ο Θ. καλείται να απολογηθεί στον ανακριτή, η υπεράσπισή του, που πια εκτός από τον Δημήτρη Κατσαρή περιλαμβάνει και την Βούλα Γιαννακοπούλου, ξαναθέτει το ζήτημα ότι από τις ίδιες τις φωτογραφίες της δικογραφίας προκύπτει πως ο Θ. δεν είναι το άτομο στο οποίο οι αυτόπτες αποδίδουν τον εμπρησμό. Ο ανακριτής γνωμοδοτεί ότι ο Θ. δεν πρέπει να προφυλακιστεί. Η εισαγγελέας, όμως, στην οποία ο Θ. και οι δικηγόροι του εμφανίζονται ακολούθως, έχει διαφορετική άποψη. Στην πραγματικότητα, απορρίπτει όλο τον ισχυρισμό του Θ. πως δεν πρόκειται για τον ίδιο, αφού φορούσε διαφορετικά ρούχα, με επιχείρημα την κατάθεση ενός αστυνομικού πως “συχνά όσοι προκαλούν επεισόδια αλλάζουν ρούχα για να μην αναγνωρίζονται”.

    Ο Θ. οδηγείται στο κρατητήριο της Ευελπίδων, ώσπου το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών να συνεδριάσει σχετικά με τη διαφωνία μεταξύ ανακριτή και εισαγγελέα. Όσο οι δικηγόροι του περιμένουν, δέχονται τηλεφωνήματα από δημοσιογράφους μεγάλων μέσων ενημέρωσης: “Συγχαρητήρια για τον πελάτη σας!” “Μα, πού ξέρετε το αποτέλεσμα; Το Συμβούλιο συνεδριάζει ακόμη” αναρωτιούνται οι δικηγόροι. Πράγματι, λίγο αργότερα τους ανακοινώνεται πως το Συμβούλιο αποφασίζει να άρει τη διαφωνία υπέρ του ανακριτή και ο Θ. αφήνεται ελεύθερος, με όρους την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και την εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα μία φορά τον μήνα. Παράλληλα, δεν προφυλακίζεται ούτε ο κατηγορούμενος για τον εμπρησμό του “Ιανού”.

    Λίγους μήνες αργότερα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εκδίδει το βούλευμά του και παραπέμπει και τους δύο σε δίκη. Μοιάζει σαν οι μείζονες κινήσεις των διωκτικών και δικαστικών αρχών σε αυτή την υπόθεση να γίνονται, κατά περίεργη σύμπτωση, πάντοτε γύρω από την επέτειο του εμπρησμού.

    Αυτοί έκαψαν τη Marfin

    Μολονότι, ως εκείνη τη στιγμή, είχαν υπάρξει πάμπολλες διαρροές στα μέσα ενημέρωσης που κάνουν λόγο για ακλόνητα στοιχεία της αστυνομίας, αδιαμφισβήτητες αναγνωρίσεις των κατηγορουμένων από αυτόπτες κ.ο.κ., όλα απολύτως αναληθή, η ταυτότητα των υπόπτων είχε τουλάχιστον παραμείνει εκτός δημοσιότητας. Η εφημερίδα που το αλλάζει αυτό είναι η Real News, στην οποία διαρρέει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Το δημοσιεύει στο πρωτοσέλιδό της με τίτλο “Αυτοί έκαψαν τη Marfin”. Μέσω της αναπαραγωγής του δημοσιεύματος, οι δύο κατηγορούμενοι διαπομπεύονται στο πανελλήνιο. Αλλά το δημοσίευμα κάνει και κάτι άλλο: αναφέρει δίχως καμία επιφύλαξη, και μάλιστα σε τονισμένο χωριστό πλαίσιο υπό τον τίτλο “’Σκληροί’ αντιεξουσιαστές με δεκάδες προσαγωγές”, ότι “μέλη του πλέον σκληρού πυρήνα των αντιεξουσιαστών είναι και οι δύο κατηγορούμενοι. Έχουν προσαχθεί δεκάδες φορές στην Κρατική Ασφάλεια κατά τη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ ‘μπαχαλάκηδων‘ και δυνάμεων των ΜΑΤ στο κέντρο της Αθήνας, ως ύποπτοι για εκτόξευση βομβών μολότωφ και άλλων αντικειμένων εναντίον αστυνομικών. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύκλου ερευνών σχετικά με τη δράση της οργάνωσης Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, τα ονόματά τους κατεγράφησαν σε πληροφοριακό σημείωμα της Αντιτρομοκρατικής, γιατί είχαν στενές σχέσεις με τρεις από τους μετέπειτα προφυλακισμένους για συμμετοχή στην οργάνωση αυτή, όμως ποτέ δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ότι οι κατηγορούμενοι για τον εμπρησμό της Marfin είχαν σχέση με τους Πυρήνες της Φωτιάς”.

    Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού που σήμερα πια είναι της μόδας να ονομάζουμε fake news, είναι προφανές ότι το απόσπασμα αυτό στοχεύει απλώς να παραθέσει τα ονόματα των κατηγορουμένων δίπλα στη φράση “Πυρήνες της Φωτιάς”. Καμία τέτοια σύνδεση δεν σημειώνεται στην πραγματικότητα.

    Οι κατηγορούμενοι παραπέμπονται σε δίκη με κατηγορίες για ανθρωποκτονία και απόπειρα ανθρωποκτονίας, κατασκευή εκρηκτικών μηχανισμών και φθορά ξένης περιουσίας.

    Η δίκη του Θ. και του Π. αναβάλλεται πολλές φορές και καταλήγει να ξεκινήσει στις 19 Σεπτεμβρίου του 2016. Η μόνη πολιτική αγωγή που παραστάθηκε ήταν της οικογένειας της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου. Οι άλλες οικογένειες θυμάτων, οι υπάλληλοι της τράπεζας αλλά και η ίδια η τράπεζα, μολονότι κατά την ανάκριση είχαν δηλώσει ότι θα παρασταθούν, δεν παραστάθηκαν.

    Στη δίκη δεν υπάρχει καμία αναγνώριση από κανέναν μάρτυρα για κανέναν από τους δύο κατηγορουμένους. Επιπλέον, η υπεράσπιση του Θ. επαναλαμβάνει το επιχείρημά της ότι ο Θ. εμφανίζεται με διαφορετικά ρούχα σε φωτογραφία σε άλλο σημείο, δεκαπέντε λεπτά πριν τον εμπρησμό. Και φέρνει στο δικαστήριο έναν εμπειρογνώμονα, ο οποίος συγκρίνοντας τις δύο ομάδες φωτογραφιών και εστιάζοντας στα αυτιά του φερόμενου ως δράστη και του κατηγορουμένου, αποδεικνύει πως πρόκειται για αυτιά με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά και συνεπώς για δύο διαφορετικούς ανθρώπους.

    Η εισαγγελέας προτείνει στο δικαστήριο να κριθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι. Το δικαστήριο κρίνει τα στοιχεία ανεπαρκή και, αποφεύγοντας στην απόφασή του οποιαδήποτε κρίση για την αστυνομική ή την ανακριτική διαδικασία, αθωώνει ομόφωνα τους κατηγορούμενους. Η απόφαση εκφωνείται στις 31 Οκτωβρίου 2016.

    Αναρχικοί, διαδηλώσεις και τέτοια

    Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί την υπόθεση χειρίζεται εξαρχής και καθόλη τη διάρκειά της η Κρατική Ασφάλεια, της οποίας το αντικείμενο είναι, σύμφωνα με κατάθεση αστυνομικού στο δικαστήριο, “οι αναρχικοί, οι διαδηλώσεις και τέτοια” και όχι οι ανθρωποκτονίες; Γιατί δεν εμπλέκεται ποτέ το Τμήμα Εγκλημάτων Κατά Ζωής, το οποίο στο κάτω κάτω είναι το αρμόδιο για την εξιχνίαση ανθρωποκτονιών;

    Δεύτερον, τι ήταν αυτό το περίφημο ανώνυμο σημείωμα, που τόσο βολικά ανέφερε τρία άτομα με το ονοματεπώνυμό τους; Πώς περιήλθε στην κατοχή της αστυνομίας; Ήρθε με το ταχυδρομείο; Αν ναι, πού ήταν ο φάκελος; Γιατί δεν εξετάστηκε ποτέ για αποτυπώματα; Γιατί δεν έγινε καμία απόπειρα να βρεθεί ο αποστολέας του; Αυτά και άλλα ερωτήματα που τέθηκαν επιμόνως και επί μακρόν, ουδέποτε απαντήθηκαν από την αστυνομία στο δικαστήριο. Εντούτοις, παρά το άλυτο μυστήριο της προέλευσής του και παρότι δύο στα τρία ονόματα που ανέφερε αποδείχτηκαν αμέσως άστοχα, γεγονός που προδιέθετε μάλλον αρνητικά για την εγκυρότητά του, αυτό το ουρανοκατέβατο, επιτηδευμένα ανορθόγραφο, παράξενα δακτυλογραφημένο σημείωμα από κάποιον άγνωστο στην “Κερατατέα” συνέχισε να χρησιμοποιείται από την αστυνομία ως ακράδαντο πειστήριο για την ενοχή του Θ. Η αστυνομία δεν αναφέρει την εξέταση κανενός άλλου ενδεχομένου.

    Τρίτον, παρά τις αιτιάσεις της υπεράσπισης του Θ. ότι φαίνεται σε φωτογραφίες να φορά ρούχα διαφορετικά από αυτά που φορά ο φερόμενος ως δράστης, οι ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές δίνουν βάση στην κατάθεση αστυνομικού που υποστηρίζει ότι “συχνά όσοι προκαλούν επεισόδια αλλάζουν ρούχα για να μην αναγνωρίζονται”. Η αστυνομία λοιπόν επιχειρηματολογεί ότι ο Θ. είναι ο πρώτος μπαχαλάκιας της Ιστορίας ο οποίος άλλαξε ρούχα προτού προκαλέσει τα επεισόδια αλλά δεν τα άλλαξε μετά. Πώς γίνεται οι εισαγγελικές αρχές να δέχονται αυτό το επιχείρημα ως επαρκές για να παραπεμφθεί σε δίκη;

    Τέταρτον, ο μάρτυρας που είχε αναγνωρίσει από φωτογραφίες κατά 70% τον Π. ως τον δράστη της επίθεσης στον “Ιανό”, στη συνέχεια διαβεβαιώνει ότι κατά 100% δεν τον αναγνωρίζει. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, δεν υπάρχει ούτε καν ένα παράξενο, αγνώστου προέλευσης, ανώνυμο σημείωμα. Παρόλα αυτά, ο Π. παραπέμπεται σε δίκη. Πώς είναι δυνατόν μια τέτοια ισχνή αστυνομική επιχειρηματολογία να περνάει τόσο εύκολα όλα τα στάδια ανακριτικών και εισαγγελικών ελέγχων;

    Πέμπτον, κατά την εξέταση της δικογραφίας προέκυψε, όπως αναφέρθηκε στην ακροαματική διαδικασία, ότι η ΕΛ.ΑΣ. είχε κατάσχει από τον Θ. ένα κινητό τηλέφωνο. Ο αριθμός, ωστόσο, που ανέφερε η ΕΛ.ΑΣ. στην έκθεσή της, όπως και πάλι προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ότι αντιστοιχούσε στην κάρτα sim που βρέθηκε στο εν λόγω κινητό, δεν αντιστοιχούσε σε αυτή αλλά επρόκειτο για αριθμό που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος δύο χρόνια πριν τα συμβάντα στη Marfin και είχε έκτοτε καταργήσει. Μολονότι ερωτήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, οι μάρτυρες αστυνομικοί ουδέποτε απάντησαν στο εξής προφανές ερώτημα: δεδομένου ότι ο Θ. δεν είχε στο παρελθόν απασχολήσει την ΕΛ.ΑΣ. με τρόπο ώστε να κατασχεθεί το τηλέφωνό του, γιατί ήταν γνωστός ο προγενέστερος και καταργημένος αριθμός του στην ΕΛ.ΑΣ., έτσι ώστε εκ παραδρομής, όπως φαίνεται, να εμφανιστεί αντί για για τον τρέχοντα και ενεργό αριθμό;

    Έκτον, γιατί επί έναν χρόνο μετά τον εμπρησμό δεν έκανε η αστυνομία καμία ενέργεια για τον εντοπισμό των δραστών; Και γιατί επί άλλα έξι χρόνια, παρά την προφανή αδυναμία των στοιχείων που συγκεντρώνονταν κατά του Θ. και του Π., δεν εξέτασε ποτέ κανένα άλλο ενδεχόμενο;

    Προσαγωγές, ξανά

    Από τον χειρισμό της υπόθεσης του εμπρησμού της Marfin δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την ταυτότητα των πραγματικών δραστών. Προκύπτουν όμως ισχυρές ενδείξεις ότι η αστυνομία κατέφυγε στην, γνωστή σε όσους μελετούν ανάλογες υποθέσεις, τακτική της αναζήτησης βολικών υποψηφίων ανάμεσα σε παλαιότερους προσαχθέντες.

    Αν και η “προσαγωγή” είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ευρέως, σπάνια γίνεται λόγος για το πόσο ανορθόδοξη πρακτική αποτελεί. Νομικό έρεισμα βρίσκει κατά κύριο λόγο στο άρθρο 74 του Προεδρικού Διατάγματος 141 του 1991. Εκεί περιγράφεται η υποχρέωση του αστυνομικού να “οδηγεί στο αστυνομικό κατάστημα για εξέταση άτομα τα οποία στερούνται στοιχείων αποδεικτικών της ταυτότητάς τους ή τα οποία, εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς τους δημιουργούν υπόνοιες διάπραξης εγκληματικής ενέργειας”.

    Η προσαγωγή διαφέρει από τη σύλληψη, βάσει μιας λογικής ακροβασίας που περιγράφεται στις αστυνομικές εγκυκλίους: σύλληψη νοείται η αστυνομική πράξη που έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση, έστω και προσωρινή, της προσωπικής ελευθερίας, ενώ η προσαγωγή είναι η μετάβαση στο αστυνομικό τμήμα στο πλαίσιο ενός “ελέγχου” και συνεπώς δεν περιορίζει, σύμφωνα με την αστυνομία, την “προσωπική ελευθερία”, αλλά μόνο την “ελευθερία κίνησης”. Την ίδια στιγμή, βέβαια, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την προσαγωγή του, διότι τότε απλώς θα τον συλλάβουν για “αντίσταση”. Ουσιαστικά, η προσαγωγή είναι μια σύλληψη δίχως τα δικαιώματα του συλληφθέντα, όπως το να έχει δικηγόρο.

    Σε αντίθεση με τη σύλληψη, ωστόσο, η προσαγωγή υποτίθεται ότι δεν αφήνει “ίχνος”: αν κάποιος προσαχθεί και στη συνέχεια αφεθεί ελεύθερος, δεν πρέπει να υπάρχει καμία καταγραφή του γεγονότος της προσαγωγής του. Μολοντούτο, η αστυνομία τηρεί “αρχεία προσαγωγών”. Το παραδέχτηκε άλλωστε, κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης Μαρφίν, ανθυπαστυνόμος της υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας, ο οποίος, δίχως να αντιλαμβάνεται κάποιο πρόβλημα, είπε στο ακροατήριο: “…συμβαίνει η υπηρεσία να κάνει μαζικές προσαγωγές, κρατάμε αρχείο προσαχθέντων για να αποδεικνύεται ότι κάποιος ήταν εκεί και όχι αλλού”.

    Το αρχείο αυτό στην πράξη συνιστά μια δεξαμενή υπόπτων. Στην πρώτη της μορφή, η δεξαμενή αυτή χρονολογείται από το 1995, όταν περιέλαβε τα στοιχεία όσων προσήχθησαν μετά την κατάληψη του Πολυτεχνείου. Έκτοτε, επεκτείνεται με τα στοιχεία όσων προσάγονται μαζικά σε επιχειρήσεις της αστυνομίας.

    Υπάρχουν λόγοι να πιστέψει κανείς ότι τόσο ο Θ. όσο και ο Π. είχαν βρεθεί σε τέτοια δεξαμενή. Ο Θ. επειδή είναι αναρχικός και είχε συνδικαλιστική δράση. Ο Π. επειδή πριν από χρόνια είχε προσαχθεί μετά από ένα συλλαλητήριο όπου είχε συμμετάσχει.

    Το ότι αντλήθηκαν από δεξαμενή υπόπτων θα μπορούσε να εξηγήσει την εμπλοκή της Κρατικής Ασφάλειας αντί του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής. Θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει τόσο το γιατί η αστυνομία γνώριζε τον προ διετίας καταργημένο αριθμό τηλεφώνου του Θ., και τον μπέρδεψε με τον τρέχοντα, όσο και γιατί η κλήση να απολογηθεί ο Π. στον ανακριτή ανέφερε τη διεύθυνση που είχε καταγραφεί στην προ ετών προσαγωγή του και όχι την τρέχουσα.

    Όσο για το ανώνυμο σημείωμα, δεν φαίνεται ότι θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια. Μοιάζει, ωστόσο, εξόχως πρόσφορο μέσο για να παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη κάποιος που ήταν οιονεί σεσημασμένος από την αστυνομία, αλλά δεν πρέπει να γίνει δημοσίως γνωστή η διαδικασία με την οποία σημάνθηκε.

    Αν αφήσει κανείς στην άκρη όλους τους τρόπους με τους οποίους το έγκλημα στη Μαρφίν εργαλειοποιήθηκε σε δημόσιες πολιτικές διαμάχες, το μόνο που έχει επιτύχει η Πολιτεία τα δεκατρία αυτά χρόνια είναι να συκοφαντήσει και να ταλαιπωρήσει απίστευτα δύο αθώους ανθρώπους και να ταΐσει ανεκδιήγητα ψεύδη την κοινή γνώμη.

    Μόνο να απελπιζόμαστε μπορούμε όταν σκεφτόμαστε τι θα είχε κάνει αν δεν επρόκειτο για «χρέος τιμής».

    Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί σε ελαφρώς διαφορετική μορφή στην ιστοσελίδα «Κοσμοδρόμιο» την 1η Απριλίου 2021.

    Το κορίτσι μίλησε, το δικαστήριο το αγνόησε

    Δικαστήριο δίνει επικοινωνία και διανυκτέρευση σε πατέρα, τον οποίο η κόρη έχει καταγγείλει για σεξουαλική κακοποίηση.

    Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου

    Φωτογραφία: The Manifold

    Ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι μίλησε. Μίλησε για την σεξουαλική της κακοποίηση από τον πατέρα της. Μίλησε όταν η μητέρα αποφάσισε να χωρίσει. 

    Μίλησε πρώτα στην παιδίατρο. Η παιδίατρος ενημέρωσε τη μητέρα. Λίγες ημέρες μετά, το κορίτσι μίλησε και στη νονά του. Και ύστερα στην αγαπημένη της δασκάλα.

    Μίλησε και στις στενότερές της φίλες στο σχολείο. Εκείνες δεν άντεξαν. Μίλησαν κι αυτές στις δικές τους μητέρες.

    Η μητέρα του το πήγε στη ΓΑΔΑ, όπως της υπέδειξαν να κάνει. Το παιδί μίλησε και εκεί. Στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων. 

    Σε βάρος του πατέρα έχει ανοίξει ποινική δικογραφία. Ωστόσο, αν και έχουν περάσει πέντε μήνες από τότε που το παιδί μίλησε για την κακοποίησή του, δεν έχει ασκηθεί ακόμη δίωξη.

    Την Τρίτη που μας πέρασε, 2 Μαΐου, εκδικάστηκε η προσωρινή διαταγή που κατέθεσε ο πατέρας και με την οποία ζητούσε επικοινωνία με το παιδί. 

    Η μητέρα της τής είχε υποσχεθεί ότι το δικαστήριο θα ακούσει τη φωνή της, παρότι η ίδια δεν θα είναι εκεί.  

    Στο δικαστήριο ήταν η παιδίατρος, η νονά και μάνα της κολλητής φίλης του παιδιού. 

    Και οι τρεις δώσανε ένορκες καταθέσεις. Ξέρουν ότι πιθανότατα ο πατέρας θα τους κάνει μήνυση αλλά η συνείδησή τους δεν τους επέτρεπε να σιωπήσουν.

    Πριν λίγα λεπτά, βγήκε η απόφαση της προσωρινής διαταγής. 

    Η πρόεδρος του δικαστηρίου δεν άκουσε. 

    Αποφάσισε όχι απλώς να δώσει επικοινωνία στον πατέρα που το κορίτσι καταγγέλλει ότι την κακοποιούσε. Του έδωσε και διανυκτέρευση κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. 

    Η μητέρα αυτή, η οποία πάσχει από μεταστατικό καρκίνο και καθυστερεί τη θεραπεία της για να σώσει το παιδί της, σήμερα το μεσημέρι που θα την παραλάβει απ’ το σχολείο, θα πρέπει να ανακοινώσει στη μικρή ότι η δικαιοσύνη αρνήθηκε να την προστατεύσει. 

    Ότι η δικαιοσύνη αποφάσισε ότι δεν κινδυνεύει πια τις νύχτες δίπλα στον πατέρα της.

    Ενημέρωση 11/11/2023: Διαβάστε το ρεπορτάζ: «Ένα κορίτσι 10 ετών κατήγγειλε τη σεξουαλική του κακοποίηση — απέναντί του βρίσκει το επικίνδυνο λόμπι της «γονεϊκής αποξένωσης»