Newsletter Κοινότητα EN | ΕΛ

Main Page Content

Ρεπορτάζ

Κλείνουν παιδιά σε κελιά της ΓΑΔΑ γιατί δεν βρίσκουν ίδρυμα να τα στείλουν

test

Τουλάχιστον δύο έφηβα κορίτσια βρίσκονται κλεισμένα μέσα σε κελί της ΓΑΔΑ. Το κορίτσι για το οποίο έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες είναι 15 ετών και ζει κρατούμενο εδώ και τουλάχιστον έναν μήνα. Το έγκλημά της; Δεν βρέθηκε θέση σε ιδρυματική δομή. Και για να μην δημιουργεί «προβλήματα» στο Νοσοκομείο Παίδων ή κάνει «φυγές», όπως λένε στην ιδρυματική γλώσσα, την φυλάκισαν πρώτα στο κρατητήριο του τμήματος της Καισαριανής και μετά στη ΓΑΔΑ. Έτσι αποφάσισε το φερόμενο ως σύστημα παιδικής προστασίας της χώρας να «λύσει» την επικίνδυνη ανεπάρκειά του.

Αθήνα

Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και της Άννας Νίνη 

Η ανεπάρκεια του συστήματος παιδικής προστασίας συντάραξε την επικαιρότητα τον περασμένο Αύγουστο με την αποκάλυψη της υπόθεσης της Κυψέλης, με το βρέφος που εντοπίστηκε νεκρό στον καταψύκτη οικογένειας και έγινε αφορμή για να αποκαλυφθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν τα άλλα τρία παιδιά της οικογένειας αυτής. 

Τα παιδιά είχαν μεταφερθεί για «προστατευτική φύλαξη» σε Νοσοκομείο Παίδων έναν χρόνο νωρίτερα λόγω παραμέλησης — όπως και πολλά «εισαγγελικά παιδιά» — αλλά ο πατέρας τους κατάφερε να μπει στο νοσοκομείο και να αρπάξει τα παιδιά κάτω από τη μύτη του συστήματος που θεωρητικά ήταν εκεί για να τα προστατεύει. 

Τι μέτρα έλαβε η εισαγγελία ανηλίκων για να μην ξαναρεζιλευτεί στο πανελλήνιο χάνοντας και πάλι παιδιά μέσα από τα χέρια της; Τα στέλνει απευθείας σε κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων και από εκεί στη ΓΑΔΑ και συγκεκριμένα στα κρατητήρια του 4ου ορόφου όπου στεγάζεται η Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων. 

Σύμφωνα με απολύτως ασφαλείς πληροφορίες που διαθέτουμε, η Α.Χ, ένα κορίτσι 15 ετών, βρίσκεται αυτή τη στιγμή κλεισμένο σε αυτό το κελί. 

Η Α. προέρχεται από ένα δυσκολεμένο οικογενειακό περιβάλλον. Έχασε τη μητέρα της όταν ήταν μόλις 10 ετών από προβληματική χρήση ουσιών. Η επιμέλεια του παιδιού είχε δοθεί στην γιαγιά της πριν τον θάνατο της μητέρας της λόγω της χρήσης. Η ψυχολογική κατάσταση του παιδιού επιδεινώθηκε, το δημοτικό σχολείο στο οποίο φοιτούσε κίνησε διαδικασίες και έτσι έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας της, η Α. σε ηλικία 11 ετών βρέθηκε για πρώτη φορά σε ίδρυμα εντός Αττικής. Η «παιδόπολη “Άγιος Ανδρέας”» φιλοξενεί παιδιά έως 12 ετών. Η Α. παρέμεινε εκεί για κάποιο διάστημα και επέστρεψε στη μητρική γιαγιά, χωρίς ωστόσο πλαισίωση από τις κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους. Έτσι η μικρή απομακρύνθηκε και πάλι.  

Στην ηλικία των 12,5 ετών οδηγήθηκε στον ξενώνα εφήβων «Μελίτη», ο οποίος, όπως διαβάζουμε, «φιλοξενεί άτομα (παραβατικοί έφηβοι) με ψυχικές διαταραχές και ψυχοκοινωνικά προβλήματα». Άρχισε να κάνει «φυγές», όπως λένε στην ιδρυματική γλώσσα. Το έσκαγε δηλαδή, όπως κάνουν πολύ συχνά έφηβα παιδιά τα οποία βρίσκονται έγκλειστα στις ιδρυματικές δομές της χώρας. 

Σε μία από τις «φυγές» της, τον περασμένο χρόνο, αναζήτησε καταφύγιο στον θείο της, αδελφό της μητέρας της, εκφράζοντάς του την επιθυμία να αναλάβει ο ίδιος την επιμέλειά της γιατί δεν ήθελε να επιστρέψει στο ίδρυμα. Εκείνος ενημέρωσε την εισαγγελία ανηλίκων με την οποία συμφωνήθηκε να του δοθεί η επιμέλειά της. 

Με προτροπή της εισαγγελίας ανηλίκων να φύγουν προς μακριά από την Αθήνα, ο θείος της κατάφερε να βρει δουλειά σε πόλη της περιφέρειας και να νοικιάσει διαμέρισμα με δύο δωμάτια. Η επιμέλεια τού δόθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Σαν να λέει το σύστημα «πάρε το πρόβλημα απ’ τα χέρια μας». 

Πέραν της επιμέλειας όμως, δεν δόθηκε καμία υποστήριξη στον νέο αυτόν άνθρωπο για να μπορέσει και αυτός με την σειρά του να στηρίξει την ανιψιά του. Ακόμα και τον ιατρικό της φάκελο, για να γνωρίζει την φαρμακευτική αγωγή του κοριτσιού, έπρεπε να κάνει αγώνα για να τον αποκτήσει. Κανείς δεν φρόντισε να τον διασυνδέσει με την κοινωνική υπηρεσία της περιοχής στην οποία θα μετακόμιζαν. Κανείς και καμία δεν φρόντισε να εξασφαλίσει παιδοψυχίατρο για την παρακολούθηση της Α., για την οποία εικάζεται βάσιμα ότι μέχρι σήμερα και παρότι βρέθηκε υπό την προστασία του κράτους, δεν έχει λάβει έγκυρη διάγνωση για την ψυχική της υγεία. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή χωρίς παρακολούθηση από ειδικούς. Από τον υποτιθέμενο «πλήρη φάκελο» που τελικά κατάφερε ο θείος να αποσπάσει, έλειπε ακόμα και το έγγραφο του ΚΕΔΑΣΥ, με αποτέλεσμα να εγγραφεί το παιδί σε νέο σχολείο χωρίς να γνωρίζουν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης για τον εντοπισμό ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών ή μαθησιακών δυσκολιών. 

 Ενδεικτικό της παντελούς έλλειψης φροντίδας εκ μέρους του κράτους προς το ίδιο το παιδί πρωτίστως αλλά και προς τον νέο αυτόν άνθρωπο που ξαφνικά θα αναλάμβανε αυτή τη μεγάλη ευθύνη, είναι και το γεγονός ότι κανείς και καμιά, ούτε η ίδια η εισαγγελέας ανηλίκων που κρατούσε όλα αυτά τα χρόνια τον φάκελο της Α., είπε στον θείο της ότι δικαιούται το επίδομα της συγγενικής αναδοχής, το οποίο ανέρχεται στα 525 ευρώ — και μάλλον δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε πόσο απαραίτητο ήταν σε μια τέτοια συνθήκη, σαν αυτή που περιγράφουμε. 

Ίσως όμως στους αριθμούς που εμφανίζει το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και με τους οποίους επιχειρεί να πείσει την κοινή γνώμη ότι εργάζεται προς την κατεύθυνση της αποϊδρυματοποίησης, μειώνοντας τον αριθμό των παιδιών που διαβιούν σε ιδρύματα, η Α. να καταγράφηκε στις στατιστικές ως «επιτυχία του συστήματος», μιας και επανενώθηκε με την βιολογική της οικογένεια… 

Η νέα αυτή οικογένεια λοιπόν δεν πλαισιώθηκε ποτέ. Αφέθηκε μόνη της να αντιμετωπίζει χρόνια τραύματα και ψυχικές προκλήσεις, ώσπου η Α. άρχισε και πάλι τις «φυγές», διότι επιθυμούσε να επιστρέψει στην Αθήνα, στις φίλες που είχε αποκτήσει από το ίδρυμα. 

Ο θείος και πάλι ενημέρωσε την αρμόδια εισαγγελέα ανηλίκων, ζήτησε να παραδώσει την επιμέλειά της και να αναζητηθεί θέση σε μια παιδοψυχιατρική κλινική, ώστε να γίνει επιτέλους μια συγκροτημένη εκτίμηση της κατάστασης του παιδιού. Όσο οι αρχές θεωρητικά αναζητούσαν θέση, η μικρή, η οποία είχε επιστρέψει στο σπίτι της γιαγιάς της, κάλεσε ένα βράδυ του περασμένου Αυγούστου ασθενοφόρο διότι δεν αισθανόταν καλά. Το ασθενοφόρο, το οποίο την παρέλαβε από ένα προάστιο της Αττικής, στο οποίο είχε βρεθεί με την παρέα της, την οδήγησε σε Νοσοκομείο Παίδων όπου αποφασίστηκε η παραμονή της με εισαγγελική εντολή έως ότου να βρεθεί θέση σε δομή. 

Η Α. και πάλι έκανε «φυγές», ώσπου στις αρχές Οκτωβρίου η αστυνομία την οδήγησε στα κρατητήρια του Α.Τ. Καισαριανής, στα οποία παρέμεινε για διάστημα τουλάχιστον 10 ημερών και από εκεί οδηγήθηκε στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ, στον 4ο όροφο, στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων. 

Η Α. για πάνω από έναν μήνα και ως αυτή τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές βρίσκεται μέσα σε ένα κελί. 

Γνωρίζουμε ότι εκεί συνάντησε ένα άλλο έφηβο κορίτσι το οποίο τελικά δόθηκε στην βιολογική οικογένεια. 

Γνωρίζουμε επίσης ότι αυτές τις ημέρες μεταφέρθηκε ακόμα ένα έφηβο κορίτσι για το οποίο επίσης δεν βρίσκεται δομή που να την δέχεται. 

Δεν γνωρίζουμε πόσα ακόμα παιδιά βρίσκονται σε αυτό το πέραν κάθε λογικής καθεστώς κράτησης εντός της ΓΑΔΑ αλλά και άλλων κρατητηρίων ανά την επικράτεια. 

Η Α. δέχεται επισκεπτήρια από την γιαγιά της, στον διάδρομο του 4ου ορόφου της ΓΑΔΑ, σε συγκεκριμένες ώρες. Της έχει αφαιρεθεί το κινητό τηλέφωνο. Η επικοινωνία της γίνεται από σταθερό τηλέφωνο της ΓΑΔΑ που αντιστοιχεί στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων. Δεν επιτρέπεται να της δώσουν φαγητό. Στη γιαγιά της είπαν ότι επιτρέπονται μόνο κλειστά, σφραγισμένα σκευάσματα από σούπερ μάρκετ αλλά και αυτά όταν προσπάθησε να της τα παραδώσει, η αστυνομία δεν την άφησε γιατί όπως της είπαν «κρατούνται και άλλα παιδιά και θα ζηλέψουν». Ούτε η κουβέρτα που της πήγε η γιαγιά της επιτρέπεται. 

Δεν γνωρίζουμε αν το παιδί λαμβάνει σταθερά την φαρμακευτική του αγωγή. Δεν γνωρίζουμε αν παρακολουθείται από παιδοψυχίατρο ή ψυχολόγο. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν τόσο το συγκεκριμένο παιδί όσα και τα υπόλοιπα για τα οποία έχουμε πληροφορίες βρέθηκαν εκεί με εντολή της εισαγγελίας ανηλίκων ή άλλης αρχής. Έχουμε αποστείλει ερωτήματα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στην Αστυνομία και στην Εισαγγελία Ανηλίκων. Και ασφαλώς όταν λάβουμε απαντήσεις θα τις δημοσιεύσουμε. 

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η συνθήκη που μόλις περιγράψαμε είναι απάνθρωπη και πέραν κάθε λογικής. 

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι κανένα παιδί δεν μπορεί να καταδικάζεται να ζει έγκλειστο σε κελί χωρίς μάλιστα να βαρύνεται με κάποια κατηγορία. 

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι δεν μπορεί να βαφτίζει το λεγόμενο «σύστημα παιδικής προστασίας» ένα παιδί «παραβατικό» για να ξεπλύνει την αποτυχία του να το προστατεύσει και να το φροντίσει. 

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι δεν είναι δυνατόν να αναθέτουμε στην Αστυνομία την κοινωνική πρόνοια και την παιδική προστασία. 

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η Α. δεν πρέπει να περάσει ούτε ένα ακόμη λεπτό στο κελί της ΓΑΔΑ. 

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι τα κελιά δεν είναι για παιδιά.